ΠΑΛΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

ΠΑΛΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ Χριστόφορος Δουλγέρης

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

30% λιγότεροι καθηγητές + 9.000 κενά = καλή χρονιά Του Γιώργου Κιούση


30% λιγότεροι καθηγητές + 9.000 κενά = καλή χρονιά

Του Γιώργου Κιούση

13:59 | 09 Σεπ. 2014
Κουδούνι την Πέμπτη στα σχολεία της χώρας και παρά τις διαβεβαιώσεις του υπουργού Παιδείας Ανδρέα Λοβέρδου για εύρυθμη και ομαλή λειτουργία σε Νηπιαγωγεία, Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια, οι εκπαιδευτικοί διατηρούν τις επιφυλάξεις τους. Λίγες μέρες πριν αρχίσουν τα μαθήματα τουλάχιστον 9.000 κενά εκπαιδευτικών υπάρχουν στα σχολεία.
Αν σε αυτά προσθέσουμε τις ελλείψεις στην Ειδική Αγωγή, τα κενά στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση ξεπερνούν τις 11.000. Σύμφωνα με τους δασκάλους, τα κενά αυτά είναι αποτέλεσμα της πολιτικής της αδιοριστίας που έχουν επιλέξει οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια 9.000 εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης έχουν συνταξιοδοτηθεί. Στη θέση τους έχουν προσληφθεί 278 εκπαιδευτικοί, αναλογία 1 προς 32. Σύμφωνα με τους δημόσιους λειτουργούς, οι περικοπές στις δημόσιες δαπάνες για την Παιδεία συνεχίζονται και θα οδηγήσουν στο τραγικά χαμηλό ποσοστό του 1,9% επί του ΑΕΠ (όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 5,5%), όπως προβλέπει το νέο Μεσοπρόθεσμο για το 2018.
Οι καταργήσεις και συγχωνεύσεις σχολείων, η κατάργηση της ενισχυτικής διδασκαλίας, των σχολικών βιβλιοθηκών και άλλων υποστηρικτικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών και υποδομών, η αύξηση του ανώτατου αριθμού μαθητών στην τάξη από 25 σε 30, η αύξηση του ωραρίου των εκπαιδευτικών, η μη πρόσληψη νέων εκπαιδευτικών (παρά την τεράστια μείωση προσωπικού κατά 30% από το 2009 έως το 2014) και άλλα σχετικά μέτρα έχουν δραματικές συνέπειες στην καθημερινή λειτουργία του δημόσιου σχολείου. Και στο φόντο όλων αυτών παιδιά που υποσιτίζονται, νέοι που οδηγούνται από το θρανίο στην ανεργία, παντελής απουσία προοπτικής και οράματος για τη νέα γενιά.
Οπως χαρακτηριστικά τονίζει η ΟΛΜΕ, «η αύξηση των ελαστικών σχέσεων εργασίας των εκπαιδευτικών, η οικονομική και εργασιακή εξαθλίωσή τους, η αύξηση των πειθαρχικών διώξεων ακόμα και για συνδικαλιστική δράση, επιδεινώνουν δραματικά το κλίμα στα σχολεία, καθώς είναι κοινή πεποίθηση, αλλά και επιστημονική παραδοχή, πως η επιβάρυνση των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών έχει αρνητική επίπτωση στην ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου. Οι εργασιακές σχέσεις των καθηγητών είναι και συνθήκες μάθησης των μαθητών».
Την ίδια ώρα σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών το 61% των νοικοκυριών διαθέτει για τα φροντιστήρια ποσό που ξεκινά από τα 2.201 ευρώ και ξεπερνά τα 4.000 ευρώ. Το 8% διαθέτει μέχρι 1.000 ευρώ και το 16% από 1.001 έως
και 2.200 ευρώ. Ποια είναι, τέλος, η αποτελεσματικότητα της «Δημόσιας» Εκπαίδευσης όταν ένας στους τρεις μαθητές -σύμφωνα με έρευνα του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ- έχει δείκτη χαμηλής επίδοσης, είτε απορρίπτεται και επαναλαμβάνει την τάξη, είτε προάγεται/απολύεται οριακά με βαθμό «Σχεδόν καλά» (από 9,5 έως 12,4);
10.000 εκπαιδευτικοί τον Ιανουάριο
Δήλωση του Ανδρέα Λοβέρδου στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία»
Ο υπουργος Παιδείας«Σκοπός μας είναι να ανοίξουν τα σχολεία στις 11 Σεπτεμβρίου με τα λιγότερα δυνατά προβλήματα. Τα παιδιά να βρουν στα σχολεία τους δασκάλους και βιβλία. Τα κενά που φέτος θα καλύψουν οι αναπλη-ρωτές, από την ερχόμενη χρονιά οφείλουμε για το καλό της δημόσιας εκπαίδευσης να τα καλύψουμε με οργανικές θέσεις με τη διαφανή διαδικασία του ΑΣΕΠ. Σε αυτή την κατεύθυνση, με σχετική μελέτη που καταρτίζουμε και σε συνεργασία με τα υπουργεία Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Οικονομικών, θα προσπαθήσουμε να πείσουμε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ώστε να βγούμε από τον κανόνα του ένα προς δέκα και εφόσον το πετύχουμε, να προκηρύξουμε τον Ιανουάριο θέσεις για 10.000 εκπαιδευτικούς. Πρόθεσή μας είναι να ξεπεράσουμε τα πρακτικά ζητήματα και να δημιουργήσουμε ένα δημόσιο σχολείο που θα προσφέρει σε όλα τα παιδιά της χώρας μια πλούσια, ευρεία και δημιουργική εμπειρία μάθησης».
«Εμπόριο ελπίδας από Κολέγια και Ινστιτούτα»
Του ΝΙΚΟΥ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ επίκουρου καθηγητή Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

Η έναρξη της σχολικής χρονιάς έρχεται για μια φορά ακόμα να μας θυμίσει την ανεπάρκεια των βρεφονηπιακών σταθμών, την ανοργανωσιά των ολοήμερων σχολείων, την ύπαρξη των χιλιάδων κενών (οργανικών και λειτουργικών), τις ελλείψεις των ειδικοτήτων, την υποχρηματοδότηση και το μαρασμό των Πανεπιστημίων, την αγωνία των νέων φοιτητών για τη μετεγκατάσταση σε άλλη πόλη, το άγχος και την «προσωπική ήττα» των γονιών που δεν είναι σε θέση να καλύψουν τα έξοδα των παιδιών τους, το κυνήγι της μετεγγραφής κ.ο.κ.
Στο ίδιο σκηνικό κυριαρχούν το «εμπόριο της ελπίδας» από δεκάδες ιδιωτικά Κολέγια και Ινστιτούτα, οι εγγραφές στα κέντρα ξένων γλωσσών και τα φροντιστήρια, ο συλλογικός ψυχαναγκασμός για ιδιαίτερα μαθήματα και υπηρεσίες εκπαίδευσης στην αγορά, η αγορά σχολικών βοηθημάτων κ.ο.κ., αφού καθημερινά καλλιεργείται η εικόνα ενός «δημόσιου και δωρεάν σχολείου» που από μόνο του δεν αρκεί, είναι αναποτελεσματικό, αποκρουστικό και μίζερο.
Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης κάτω από το ιδεολόγημα της «δωρεάν παιδείας» κρύψαμε τα πιο βαθιά μας μυστικά: την ανοχή στην απαξίωση του δημόσιου σχολείου, τη συμφιλίωση με το ανορθολογικό, την «απενοχοποίηση» των πολιτικών εξουσιών για τις βαθιές εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανισότητες οι οποίες όχι μόνο δεν αντιμετωπίστηκαν δραστικά, απεναντίας σήμερα τις βλέπουμε να διευρύνονται ολοένα και περισσότερο.
Ορισμένοι αναφερόμενοι στα προβλήματα της δημόσιας παιδείας μιλούν για τεμπέληδες εκπαιδευτικούς, για αργόμισθους, για «αγράμματους» που τους αξίζει αξιολόγηση, επιτήρηση, τιμωρία, απολύσεις. Κι όμως ξεχνούν πως αν ακόμα το δημόσιο σχολείο παραμένει όρθιο σε συνθήκες κατάρρευσης, αυτό οφείλεται στους χιλιάδες ανώνυμους, ταπεινωμένους, φτωχούς και εξαθλιωμένους εκπαιδευτικούς που καθιστούν λειτουργικά εκείνα τα σχολεία, τα οποία εκτός των ελλείψεων σε ανθρώπινο δυναμικό δεν έχουν θέρμανση, κλιματισμό, τεχνικό εξοπλισμό, εποπτικά μέσα καθώς και άλλα πολλά τα οποία αντιμετωπίζουν προβλήματα βίας, εκφοβισμού, χαμηλών επιδόσεων και πρόωρης εγκατάλειψης.
Ποιους εν τέλει συμφέρει η απαξίωση της δημόσιας εκπαίδευσης και γενικότερα του ρόλου και της αποστολής των δημόσιων πολιτικών (παιδεία, υγεία, ενέργεια, μεταφορές κ.ά.) στις μέρες μας; Προφανώς μέσα σε αυτό το «μεταμοντέρνο» σκηνικό της Μνημονιακής Ελλάδας οι εγχώριες και ξένες elite «τρίβουν τα χέρια τους» θεωρώντας πως οι «αυτονόητες βεβαιότητες» του κοινωνικού κράτους (εκπαίδευση, πλήρης απασχόληση, κοινωνική ασφάλιση, σύνταξη κ.λπ.) ήρθε η ώρα να σκιαστούν από τον πέπλο του σχετικισμού, της ρευστότητας και της αβεβαιότητας ενός ζοφερού μέλλοντος: καλή εκπαίδευση και ευκαιρίες σταδιοδρομίας για «τους έχοντες», υποεκπαίδευση, ελαστική εργασία, κατάργηση δικαιωμάτων για τους «μη έχοντες».
Η ουσία της «δημόσιας και δωρεάν παιδείας» βρίσκεται στην ποιότητα της ίδιας της δημοκρατίας μας. Και εκεί έγκειται η ρίζα του προβλήματος για να ξαναβρούν οι λέξεις και οι έννοιες το νόημά τους. Υπάρχουν μεγάλα αποθέματα αξιοσύνης και θετικής ενέργειας στην εκπαιδευτική μας κοινότητα, τα οποία αποζητούν μια ευκαιρία για να απελευθερωθούν. Κι αυτή είναι η μεγάλη πολιτική πρόκληση των ημερών μας για να αλλάξει το σκηνικό που μας πληγώνει.
«Το δημόσιο σχολείο σε κίνδυνο»
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΑΛΑΝΗ Δασκάλου στο 27ο Δημοτικό Σχολείο Πειραιά
Οι ελλείψεις εκπαιδευτικών στα σχολεία, η υποχρηματοδότηση των σχολικών μονάδων, οι δραματικές μειώσεις του εισοδήματος των εκπαιδευτικών, που σε πολλές περιπτώσεις φτάνει στο 40% του μισθού τους, είναι η μια πλευρά του νομίσματος.
Η άλλη είναι η εγκατάλειψη κάθε φροντίδας για τη μορφωτική αποστολή του δημόσιου σχολείου (προγράμματα και βιβλία), η στοχοποίηση των εκπαιδευτικών από την κυβέρνηση ως αποκλειστικά υπεύθυνων για τα προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης, η απουσία επιμόρφωσης, η επίδειξη αυταρχισμού στις φωνές που αντιστέκονται στην εφαρμογή αυτής της πολιτικής.
Χιλιάδες μαθητές της προσχολικής αγωγής δεν βρίσκουν θέση στο δημόσιο νηπιαγωγείο, αφού το υπουργείο Παιδείας από τότε που ψήφισε το νόμο για την υποχρεωτικότητα της φοίτησης στο νηπιαγωγείο δεν πήρε κανένα μέτρο για την υλοποίησή του.
Από τους 19.000 συμβασιούχους εκπαιδευτικούς που ανακοινώθηκαν ότι θα προσληφθούν για τη φετινή χρονιά σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η συντριπτική τους πλειοψηφία (14.500) προέρχεται από το ΕΣΠΑ και αφορούν μόνο συγκεκριμένες θέσεις εργασίας -στην πρωτοβάθμια τις θέσεις υπευθύνου στο ολοήμερο σχολείο και την ειδική εκπαίδευση-, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να καλυφθούν όλες οι πραγματικές ανάγκες των σχολείων και να ελαστικοποιείται το ωράριο των εκπαιδευτικών, διαλύοντας στην πράξη το ολοήμερο σχολείο.
Η κατάσταση φαίνεται να γίνεται επικίνδυνη και σε ό,τι αφορά το ζήτημα της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Ας δούμε τι προτείνουν οι σύμβουλοι του ΟΟΣΑ για αυτό το ζήτημα: «Μια από τις βασικές περικοπές αφορά στα λειτουργικά έξοδα των σχολείων και των πανεπιστημίων. Είναι πολύ προτιμότερη επιλογή από μια δραστική μείωση του αριθμού των μαθητών και των σπουδαστών. Οι οικογένειες θα αντιδράσουν βίαια στο ενδεχόμενο να αποκλειστούν τα παιδιά τους από την εκπαίδευση. Δεν θα αντιδράσουν όμως σε μια σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Ετσι σιγά σιγά θα δεχτούν να πληρώνουν κάποιο ποσόν για να σπουδάζουν τα παιδιά, ή να περικοπεί κάποια εκπαιδευτική δραστηριότητα. Αυτή η υποβάθμιση όμως πρέπει να γίνει βήμα προς βήμα, σε ένα σχολείο αρχικά και όχι στο γειτονικό σχολείο, ώστε να αποφευχθεί μια γενικευμένη αντίδραση του πληθυσμού».
Η κυβέρνηση φαίνεται να παίρνει σοβαρά υπόψη της τη συγκεκριμένη οδηγία. Η αδιαφορία για τις εντελώς αναγκαίες αλλαγές σε σχολικά βιβλία (π.χ., μαθηματικά Ε' και Β' Δημοτικού, Ιστορία ΣΤ'), η αναγωγή της αντιγραφής (copy paste) ως βασικής μεθόδου κατάρτισης επίσημων κειμένων (νόμων, αναλυτικών προγραμμάτων, οδηγιών αξιολόγησης εκπαιδευτικών κ.λπ.), η απορρόφηση κοινοτικών κονδυλίων για τη συγκρότηση αναλυτικών προγραμμάτων χωρίς οποιαδήποτε αποτίμηση των προηγούμενων όπως και άλλων κεντρικών εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών της κυβέρνησης (π.χ., σχολεία ΕΑΕΠ) οδηγούν σταθερά το δημόσιο σχολείο σε μαρασμό. Η στήριξη των γονέων και η δουλειά των εκπαιδευτικών της πράξης διασώζουν προς το παρόν τα σχολεία από την πλήρη κατάρρευση. Ωστόσο οι πόροι αυτοί δεν είναι ανεξάντλητοι.
«Οι μαθητές θα ψάχνουν το δάσκαλό τους»
Του ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ προέδρου Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος
Το αυτονόητο είναι και πάλι ζητούμενο. Η ομαλή έναρξη της σχολικής χρονιάς 2014-2015 διακυβεύεται. Η απουσία μόνιμων διορισμών σε συνδυασμό με τους χιλιάδες συνταξιούχους εκπαιδευτικούς που αποχωρούν από την υπηρεσία κάθε χρόνο, καθιστά προβληματική την έναρξη του σχολικού έτους.
Σύμφωνα με τους πρώτους υπολογισμούς, στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση υπάρχουν εννέα χιλιάδες (9.000) οργανικά και λειτουργικά κενά. Τα πεντακόσια (500) από αυτά στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου (Δωδεκάνησα- Κυκλάδες). Παρόμοια κατάσταση και στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση όπου υπάρχουν 300 κενά στα νησιά μας. Ο κ. Λοβέρδος και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας εμμένουν σε διαπιστώσεις και σε επικοινωνιακά τρικ και δεν δίνουν λύσεις. Απαιτούνται άμεσα μόνιμοι διορισμοί στην εκπαίδευση, όπου δεν τηρείται ούτε η συμφωνία με τους δανειστές, δηλαδή μία πρόσληψη για κάθε δέκα αποχωρήσεις. Η απουσία μόνιμων διορισμών και η καθυστέρηση πρόσληψης αναπληρωτών θα φέρουν μεγάλα προβλήματα στα σχολεία. Θα χαθούν πολύτιμες διδακτικές ώρες και στην Ελλάδα του 21ου αιώνα θα έχουμε το παράδοξο φαινόμενο οι μαθητές να αναζητούν το δάσκαλό τους. Οι συγχωνεύσεις και οι καταργήσεις των σχολικών μονάδων, οι συμπτύξεις τμημάτων και η μεταφορά δασκάλων από το ολοήμερο σχολείο στην πρωινή βάρδια δεν λύνουν το πρόβλημα. Επιμένω -έστω και τώρα- να υλοποιηθεί η πρόταση για μόνιμους διορισμούς, γιατί... «με μερεμέτια και μπαλώματα» δεν χτίζεται η δημόσια Παιδεία.
«Εχουν και οι γονείς ευθύνες»
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΑΜΙΑΝΟΥ συγγραφέα, www.24grammata.com
Το να γράψει ή να πει κάποιος ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα νοσεί, δεν νομίζω ότι θα καινοτομήσει. Είναι γνωστό σε όλους ότι βαρύτατες ευθύνες φέρουν, πρωτίστως, οι αναποτελεσματικές κυβερνήσεις των τελευταίων σαράντα χρόνων, μιας και δεν κατάφεραν να εκπονήσουν ένα σχέδιο που θα βοηθήσει τη μαθητιώσα νεολαία να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εποχής της.
Δεν κατάφεραν να εμφυσήσουν στον εκπαιδευτικό το μεγαλείο της δύναμής του.
Δεν κατάφεραν να εξοπλίσουν κατάλληλα τα σχολεία (γίνεται έρανος ακόμα και για το χαρτί φωτοτυπίας).
Δεν κατάφεραν να προσφέρουν τη γνώση με δελεαστικό τρόπο, χρησιμοποιούνται, περίπου, τριάντα χρόνια τα ίδια σχολικά εγχειρίδια (π.χ. Εκθεση - Εκφραση Λυκείου, Λατινικά κ.λπ.).
Καμία αλλαγή δεν μπορεί να συντελεστεί, αν δεν αναλογιστούμε και τις δικές μας ευθύνες ως γονείς. Λείπει από τα παιδιά μας το οικογενειακό πρότυπο του φιλαναγνώστη ή του ανθρώπου που στέκεται με δέος εμπρός στον εκπαιδευτικό, τον άνθρωπο που θα βοηθήσει τα παιδιά να κατανοήσουν τον κόσμο που τα περιβάλλει.
Για ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας ο Λειτουργός της Εκπαίδευσης είναι ο «καθηγητάκος» ή η «δασκαλίτσα». Δυσπιστούν για την ικανότητα των δημόσιων λειτουργών να εκπαιδεύσουν τα παιδιά τους, γι' αυτό και αναλαμβάνουν να τα διδάξουν ξένες γλώσσες ή τα «βασικά μαθήματα» πολύ πριν αναλάβει ο εκπαιδευτικός του σχολείου. Κανένας γονιός δεν περίμενε τον εκπαιδευτικό του σχολείου, για να διδαχθεί το παιδί του τις ξένες γλώσσες.
Το χειρότερο απ' όλα είναι ότι αξιολογούν, από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου, με τον χειρότερο τρόπο τον εκπαιδευτικό μπροστά στα παιδιά, με αποτέλεσμα να σπείρουν την υποτίμηση και την αμφιβολία στην, ακόμα, άσπιλη σχέση εκπαιδευτικού - μαθητή.
Ο γονιός ανησυχεί ιδιαίτερα για την επίδοση στα μαθηματικά, τη φυσική, την ελληνική γλώσσα και την ξένη γλώσσα του φροντιστηρίου. Ολο το άλλο εκπαιδευτικό είναι «ανούσιο», στα μάτια των περισσότερων γονιών, και «περιττό» για τη μελλοντική σταδιοδρομία του νεαρού μαθητή.
Καμιά αλλαγή δεν θα συντελεστεί στην Παιδεία και την εκπαίδευση, αν δεν γίνει με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων φορέων (πολιτείας - εκπαιδευτικών - μαθητών - γονέων).
«Κανείς δεν περισσεύει»
Του ΘΕΜΗ ΚΟΤΣΙΦΑΚΗ προέδρου του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ
Η καθιέρωση του «Νέου Λυκείου», με την τράπεζα θεμάτων σε όλες τις τάξεις και την αυστηροποίηση του τρόπου προαγωγής από τάξη σε τάξη, θα αυξήσει ακόμη περισσότερο τη μαθητική διαρροή. Τελικός στόχος η μείωση του αριθμού των μαθητών στο Λύκειο και η εξώθησή τους στην πρόωρη μεταγυμνασιακή στενή κατάρτιση και τη μαθητεία, έναν θεσμό που δημιουργήθηκε με το νέο νόμο (4186/13), έξω από το τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα.
 Με όλα αυτά το εκπαιδευτικό ρολόι γυρίζει στις σχολές του 1950. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων του Ιουνίου επιβεβαίωσαν, δυστυχώς, αυτές τις εκτιμήσεις μας. Συγκεκριμένα, αυξήθηκε ο αριθμός μετεξεταστέων από 4,2% το 2013 σε 23% αρχικά και, παρά τις εμβαλωματικές ρυθμίσεις του υπουργείου, παρέμεινε στο 16% (περίπου 14.000 παιδιά).
Οι κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης χαράζονται βαθιά στο σώμα του δημόσιου σχολείου. Είναι χαρακτηριστικό πως για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως καταγράφεται σε κείμενό της για τον «ανασχεδιασμό της εκπαίδευσης», ως σημαντικότερες εκπαιδευτικές αξίες αναδεικνύονται η επιχειρηματικότητα και ο ανταγωνισμός. Οι ανθρωπιστικές αξίες πάνε περίπατο.
Παράλληλα, σε ομηρία κρατά η κυβέρνηση εδώ και 14 μήνες τους 1.800 εκπαιδευτικούς της Τεχνικής Εκπαίδευσης που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα τον Ιούλιο του 2013. Οι συνέπειες αυτής της εγκληματικής απόφασης σημάδεψαν με τραγικό τρόπο την εκπαιδευτική διαδικασία ολόκληρη την προηγούμενη χρονιά. Οι μαθητές έχασαν μερικές από τις σημαντικότερες ειδικότητες στα ΕΠΑΛ και τις ΕΠΑΣ. Προέκυψαν τραγικά κενά εκπαιδευτικού προσωπικού. Οι «διαθέσιμοι» καθηγητές στους δρόμους, και στα σχολεία οι μαθητές χωρίς δασκάλους.
Προωθείται η «αξιολόγηση» με πρόσχημα την αναβάθμιση των σχολείων. Δεν ομολογείται όμως ο πραγματικός στόχος: η κατηγοριοποίηση των σχολείων και η ενίσχυση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς, όπως και ανάμεσα στους μαθητές. Είναι εργαλείο για τη μισθολογική και βαθμολογική καθήλωση των εκπαιδευτικών και στοχεύει στη δημιουργία μιας νέας «δεξαμενής» διαθεσιμοτήτων και απολύσεων.
Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και όσα εξαγγέλλει η νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, φαίνεται πως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο κύκλο αρνητικών παρεμβάσεων για το δημόσιο σχολείο και τους εκπαιδευτικούς: κανένας μόνιμος διορισμός για το 2014, μη αναγνώριση της προϋπηρεσίας των αναπληρωτών από το 2010-12, που αποκτήθηκε με τεράστιες προσωπικές θυσίες, προσπάθεια να καλυφθούν όλα τα κενά με προσωρινούς αναπληρωτές και ωρομίσθιους, επέκταση αναθέσεων μαθημάτων χωρίς κανένα διάλογο, νέες καταργήσεις ειδικοτήτων κ.ά.
Η ελπίδα όμως πάντα υπάρχει. Εκπαιδευτικοί, μαθητές και γονείς συνειδητοποιούμε μέρα με τη μέρα τη δύσκολη κατάσταση, εντοπίζουμε τις αιτίες, προβλέπουμε τις μελλοντικές επιπτώσεις. Και δραστηριοποιούμαστε συλλογικά, δημιουργώντας μια ανθρώπινη ασπίδα προστασίας για το δημόσιο σχολείο.
ΕΙΤΕ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ΕΙΤΕ ΠΡΟΑΓΟΝΤΑΙ ΟΡΙΑΚΑ ΜΕ ΒΑΘΜΟ «ΣΧΕΔΟΝ ΚΑΛΑ» (ΑΠΟ 9,5-12,4)
Κουμπούρες το 1/3 των μαθητών
Του ΝΙΚΟΥ ΠΑΪΖΗ μαθηματικού - ερευνητή, Α' αντιπρόεδρου της ΟΙΕΛΕ
Δεν χρειάζεται άποψη ειδικού για να διαπιστώσεις ότι φαινόμενα χαμηλής επίδοσης που συγκεντρώνουν ποσοστά από 21,8% έως και 75,3% δεν αφορούν προσωπικά κάποιους μαθητές/-τριες, αλλά άμεσα τους στόχους και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης.
Κατά τη διαδικασία συζήτησης του Νόμου 4186/2013 «Αναδιάρθρωση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και λοιπές διατάξεις» η ΟΙΕΛΕ είχε επιχειρηματολογήσει στην ακρόαση των φορέων στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής για την αδυναμία του υπουργείου Παιδείας να αναδιαρθρώσει τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, επειδή δεν είχε λάβει υπόψη σημαντικά βασικά μεγέθη της διάρθρωσης και των δομικών της χαρακτηριστικών (σε εθνικό, περιφερειακό και - κυρίως - τοπικό επίπεδο) και δεν είχε καταστρώσει ένα στοιχειώδες και υλοποιήσιμο σχέδιο δράσης που να στοχεύει σε σαφή και μετρήσιμο στόχο στην αλλαγή.
Κι ο Αϊνστάιν ήταν «κακός μαθητής», αλλά αυτός δεν είναι λόγος να εθελοτυφλούμεΚι αφού η αναβάθμιση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης παραμένει διαχρονικό κοινωνικό και πανεκπαιδευτικό αίτημα, η ΟΙΕΛΕ στην παρέμβασή της υπέδειξε έναν σαφή και μετρήσιμο στόχο ποιότητας και για το Γενικό και για το Επαγγελματικό Λύκειο: το σχεδιασμό νέων προγραμμάτων σπουδών που να αποβλέπουν «στη μείωση των μη-ικανοποιητικών εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων» υποδεικνύοντας ως μη-ικανοποιητικά (και επομένως αποδεκτά) εκπαιδευτικά αποτελέσματα τα (υψηλά) ποσοστά των μαθητών που είτε απορρίπτονται και επαναλαμβάνουν την τάξη, είτε προάγονται/απολύονται οριακά με βαθμό «Σχεδόν καλά» (από 9,5 - 12,4).
Οπως προκύπτει από την «Ετήσια έκθεση για την Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση - 2010» του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ, στο σύνολο της χώρας η μέση τιμή του συγκεκριμένου δείκτη χαμηλής επίδοσης το 2008 ενέτασσε στη συγκεκριμένη κατηγορία περισσότερους από 1 στους 3 μαθητές/μαθήτριες του Γενικού Λυκείου (35,0%). Μια βασισμένη στο σχεδιασμό νέων προγραμμάτων αναδιάρθρωση του Γενικού Λυκείου που θα απέβλεπε στη σημαντική μείωση του συγκεκριμένου ποσοστού αποτελεί σαφή και μετρήσιμο στόχο ποιοτικής αλλαγής. Και επειδή κανένας δεν θα πρότεινε την επίτευξη του στόχου με «χάρισμα βαθμών», ο σχεδιασμός αυτός όφειλε να βασίζεται στη συστηματική παρατήρηση του φαινομένου και στις πιθανές αδυναμίες του υπάρχοντος προγράμματος σπουδών να απευθυνθεί σε περισσότερους από τους 2 στους 3 μαθητές/μαθήτριες του Γενικού Λυκείου.
Το ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ στην ετήσια έκθεση είχε αναλύσει το φαινόμενο αυτό ως προς αρκετές παραμέτρους. Για παράδειγμα, το φαινόμενο δεν εμφανίζεται με την αυτή συχνότητα ως προς τις τάξεις φοίτησης: είναι πιο έντονο στην Α και τη Β τάξη (με 38,1% και 38,9% αντίστοιχα) έναντι της Γ τάξης (27,9%), στα αγόρια (43,1%) απ' ό,τι στα κορίτσια (28,2%) και κλιμακούμενο ανά βαθμίδα εκπαίδευσης: στο Γυμνάσιο 12,7%, στο Γενικό Λύκειο 28,5% και στα ΕΠΑΛ 50,4% το 2012. Ως προς το ποσοστό του δείκτη στα ΕΠΑΛ, πρέπει να σημειωθεί ότι συμβάλλει στην εδραίωση της κοινωνικής συνείδησης της εικόνας μιας τεχνικής/επαγγελματικής εκπαίδευσης (της μόνης βαθμίδας που δεν καταφεύγει στη φροντιστηριακή υποστήριξη) ως κατεξοχήν βαθμίδας μαθητών χαμηλής επίδοσης έναντι του Γενικού Λυκείου, καθιστώντας «κενό γράμμα» την «ισότιμη και κατ' αντιστοιχία» σχέση που ο νόμος ορίζει μεταξύ των δύο τύπων Λυκείων.
Μια λιγότερο γνωστή όψη του φαινομένου είναι η κατανομή του ποσοστού χαμηλής επίδοσης ανά Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ή απλούστερα νομό), γεγονός που προσδίδει μια γεωγραφική διάσταση στις παρατηρούμενες εκπαιδευτικές ανισότητες. Στο συγκεκριμένο επίπεδο αναφοράς το εύρος του συγκεκριμένου δείκτη στο Γενικό Λύκειο κυμαίνεται από 21,8% (στα Τρίκαλα) έως και 45,2% (στην Κέρκυρα), ενώ στα ΕΠΑΛ κυμαίνεται από 38,6% (στην Πρέβεζα) έως και 75,3% (στο Ρέθυμνο).
Η καθολική αντίρρηση των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών στον υπό συζήτηση -τότε- Νόμο 4186 δεν επικεντρωνόταν μόνο στο ότι ο συγκεκριμένος νόμος δεν αποτελούσε προϊόν γόνιμου εκπαιδευτικού διαλόγου, αλλά αιφνιδιαστική νομοθετική πρωτοβουλία εντός του ήδη τρέχοντος σχολικού έτους, που απέβλεπε σε οτιδήποτε άλλο εκτός από την αναβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης, αλλά αντίθετα στο ότι θα διόγκωνε το φαινόμενο της «φροντιστηριοποίησης» της εκπαίδευσης, είτε εντός του σχολείου (ενισχυτική διδασκαλία), είτε/και κυρίως εκτός σχολείου (φροντιστήρια κοινωνικά και μη ή ιδιαίτερα).
Και οι δύο λύσεις επικεντρώνουν στην προσωπική «ευθύνη/ αδυναμία» του μαθητή, που το σχολείο ή η οικογένεια φροντίζουν να καλύψουν/υποστηρίξουν. Ομως δεν χρειάζεται άποψη ειδικού για να διαπιστώσεις ότι φαινόμενα χαμηλής επίδοσης που συγκεντρώνουν ποσοστά από 21,8% έως και 75,3% δεν αφορούν προσωπικά κάποιους μαθητές/-τριες, αλλά άμεσα τους στόχους και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης (για «ποιους σχεδιάστηκε» και σε ποιους και πώς, τελικά, «απευθύνεται»). Η άρρητη αρχή των «κρυφών» αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών, που διατρέχει ολόκληρο το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, απαιτεί «το μέγιστο των πληροφοριών, στη μικρότερη δυνατή ηλικία για όποιον τελικά τα καταφέρει και αποδείξει ότι τις αφομοίωσε» κυριαρχεί για δεκαετίες, προσβάλλει την προσωπικότητα δασκάλων και μαθητών και δημιουργεί παθογένειες και κοινωνικές ανισότητες.
Το πρόβλημα και έντονο, και καίριο, και προσβλητικό για την ελληνική εκπαίδευση είναι. Ομως η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, όχι απλά το προσπέρασε και δεν νομοθέτησε μέτρα, αλλά στην αιτιολογική του νομοσχεδίου έκθεσή της καυτηρίασε τους μαθητές με χαμηλή επίδοση, προσάπτοντάς τους τον χαρακτηρισμό ότι επιβιώνουν στη σχολική πραγματικότητα του «nullo labore».
Αν ούτε και τώρα, που τα ελληνικά νοικοκυριά δεν αντέχουν πλέον να υποστηρίξουν τα παιδιά τους, τώρα που δήμοι, εκπαιδευτικοί -συλλογικά και ατομικά-, δίκτυα πολιτών, Εργατικά Κέντρα κι άλλοι εκτός εκπαίδευσης φορείς συνδράμουν τη δωρεάν φροντιστηριακή υποστήριξη των μαθητών σε όλη την Ελλάδα, το κράτος επιμένει να αδρανεί και να νομοθετεί «περί άλλων», αγνοώντας την κοινωνική πραγματικότητα και -κυρίως- την εκπαιδευτική «παθογένεια» που το ίδιο διαχρονικά διαμόρφωσε και συντήρησε, μετακυλίοντας την ευθύνη σε όλους τους υπολοίπους, τότε πότε θα νομοθετηθεί η ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης; Αν ούτε και τώρα δεν τολμήσει να αλλάξει εκ βάθρων τη φιλοσοφία και επαναπροσδιορίσει τους στόχους και τα μέσα στην εκπαίδευση, ζητώντας τη συνδρομή όλων, κι όχι κάποιων, τότε η ζημιά στην ελληνική εκπαίδευση θα είναι και τεράστια και ως προς την εμπιστοσύνη που εμπνέει στο ανθρώπινο δυναμικό της απολύτως μη αναστρέψιμη.
Ετσι κι αλλιώς, από το πόρισμα με τις προτάσεις του Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας & Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του 2009, που όλοι καταφεύγουν, έχουν περάσει ήδη πέντε χρόνια εξαθλίωσης και υποτίμησης των εκπαιδευτικών, χρόνια εύκολων δικαιολογιών και ουσιαστικής απραξίας να διορθωθεί ένα λειψό στην προσφορά του και αναποτελεσματικό στη λειτουργία του σύστημα εκπαίδευσης.
Κατηγορία άρθρου:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου