ΠΑΛΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

ΠΑΛΙΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ Χριστόφορος Δουλγέρης

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Ολυμπιακοί 2004: Ο ακήρυκτος πόλεμος

Ολυμπιακοί 2004: Ο ακήρυκτος πόλεμος

TVXS Βιβλίο

15:41 | 05 Οκτ. 2014
Τελευταία ανανέωση 09:55 | 06 Οκτ. 2014
Τα παρασκήνια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, καταγράφει στο βιβλίο του «Αθήνα 2004: Ο Ακήρυκτος Πόλεμος»,ο Κώστας Μπακούρης που είχε αναλάβει το 1998 την διοργάνωση των αγώνων. Στα σημερινά αποσπάσματα από τον πρόλογο του εξαιρετικά ενδιαφέροντος βιβλίου(εδώ το πρώτο μέρος για τα πολιτικά παρασκήνια) εξιστορεί την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή της Οργανωτικής Επιτροπής των  Αγώνων. 
Η ανάθεση της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην πόλη της Αθήνας ήταν χωρίς αμφιβολία μια προσωπική επιτυχία της Γιάννας Αγγελοπούλου – η οποία εύλογα προσδοκούσε να λάβει η ίδια το χρίσμα και για τη διοργάνωσή τους, όπως έγινε σε αρκετές ανάλογες περιπτώσεις. Η κυβέρνηση, για τους δικούς της (πολιτικούς) λόγους, έκρινε αλλιώς. Μετά το θρίαμβο της ανάθεσης, δεν ήρθε για την κα Αγγελοπούλου η επιβράβευση της διοργάνωσης. Η πικρία που πρέπει να ένιωσε ήταν δικαιολογημένη. Η φιλοδοξία της θεμιτή.
Με το πείσμα που τη διακρίνει, αρνήθηκε να δεχτεί τα τετελεσμένα. Με τη στάση της διαμήνυσε την πρόθεσή της να μην αποτραβηχτεί σ’ ένα τιμητικό περιθώριο. Έδινε τακτικά το παρών σε γενικές συνελεύσεις ή άλλες συνεδριάσεις της Ολυμπιακής Οικογένειας. Διατήρησε στενές σχέσεις με τον ίδιο τον Σάμαρανκ. Ήταν παρούσα στις περισσότερες κεντρικές εκδηλώσεις που είχαν σχέση με τους Αγώνες στην Αθήνα. Η τακτική της ήταν εύγλωττη, αν και όχι κατακριτέα.
Παρακολουθούσε επίσης εκ του σύνεγγυς και μάλιστα εκ των ένδον τα της Οργανωτικής Επιτροπής. Ήθελε να ξέρει πώς πάμε. Ήταν γνωστό, το γνώριζα και εγώ, ότι δύο τουλάχιστον μέλη του ΔΣ την πληροφορούσαν συστηματικά για ό,τι συνέβαινε. Ένα μέλος μάλιστα της έδινε κανονική αναφορά. Πολλές φορές μετά το πέρας των συνεδριάσεων του ΔΣ καθόταν και με ρωτούσε λεπτομέρειες εκτελεστικής φύσεως. Εγώ τον ενημέρωνα ξέροντας ότι το ίδιο βράδυ θα τα είχε μάθει η κα Αγγελοπούλου. Εξάλλου, είχε και από το χώρο του Τύπου αρκετούς πρόθυμους πληροφοριοδότες. Ήταν έτσι πλήρως ενημερωμένη.
Τρία ήταν τα βασικά ατού της Γιάννας Αγγελοπούλου, πέρα από τις δάφνες της ανάθεσης που είχε κερδίσει με το σπαθί της (και με την οικονομική υποστήριξη του συζύγου της): Πρώτον, η εύνοια του πιο σημαντικού μέλους της Ολυμπιακής Οικογένειας, του κ. Σάμαρανκ. Δεύτερον, οι εξαιρετικές σχέσεις που είχε αποκτήσει με αρκετούς Αθανάτους από την περίοδο της διεκδίκησης. Τρίτον, η πρόσβαση και επιρροή της σε ικανή μερίδα του Τύπου. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που καλλιεργούσαν δημόσια ή παρασκηνιακά την ιδέα της επιστροφής της, ποντάροντας στη δική μου φθορά.
Είχα επιλεγεί από τον Κώστα Σημίτη ως ένας πολιτικά άχρωμος και διεθνώς καταξιωμένος τεχνοκράτης. Όντας μακριά από τα ελληνικά πράγματα την τελευταία 20ετία, δεν ήμουν μέρος των ισορροπιών τρόμου της ελλαδικής πραγματικότητας. Στην πορεία απέκτησα και άλλα δύο πλεονεκτήματα: κέρδισα την εμπιστοσύνη και τη στήριξη του ίδιου του πρωθυπουργού (στο βαθμό βέβαια που μπορούσε να αγνοεί τις πολιτικές σκοπιμότητες και πιέσεις) – όπως κέρδισα και την υποστήριξη όλων των μελών της ΔΟΕ προεξάρχοντος του Ζ. Ρογκ, καθώς και των περισσότερων μελών της Συντονιστικής Επιτροπής της ΔΟΕ, η οποία περιελάμβανε Αθανάτους και μέλη των Εθνικών Ολυμπιακών Επιτροπών και των Παγκόσμιων Ομοσπονδιών.
Το σωστό κριτήριο για την καταξίωση ή φθορά της δικής μου θητείας θα έπρεπε να είναι τα αποτελέσματα της δουλειάς μου στην προετοιμασία των Αγώνων. Ή έτσι θεωρούσα. Όταν όμως οι άλλοι παράγοντες –η Διυπουργική, το ΔΣ, τα επιμέρους συμφέροντα επηρεάζουν άθελα ή ηθελημένα την οργανωτική διαδικασία, όταν ο Τύπος και οι καλοθελητές διαμορφώνουν ένα στρεβλό περιβάλλον παραμορφωτικής πληροφόρησης, τότε το παιχνίδι αλλάζει. Παύει να είναι αντικειμενικό και αξιοκρατικό, και εκφυλίζεται σε παιχνίδι σκοπιμοτήτων και εντυπώσεων. Σε αυτά δεν υπήρξα ποτέ καλός.
Η 20ή Απριλίου 2000 ήταν η χειρότερη μέρα της θητείας μου. Ήμουν στη Λωζάννη, σε μια κοινή συνεδρίαση ΔΟΕ και ASOIF (Παγκόσμια Ομοσπονδία Κλασικού Αθλητισμού). Η κίτρινη κάρτα που απροειδοποίητα έβγαλε ο Σάμαρανκ στο τέλος εκείνης της συνεδρίασης, σε συνδυασμό με τις απαράδεκτα αρνητικές δηλώσεις του Ελβετού νέου προέδρου της ASOIF Ντ. Όσβαλντ, σήμαναν το καμπανάκι της αλλαγής. Μια αλλαγή που τα ελληνικά Μέσα Ενημέρωσης είχαν προεξοφλήσει, αγνοώντας τόσο τις δηλώσεις εμπιστοσύνης της ΔΟΕ προς το πρόσωπό μου όσο και το γεγονός ότι τον επόμενο κιόλας μήνα, μετά τη συνεδρίαση της Συντονιστικής Επιτροπής της ΔΟΕ στο Ρίο, δηλώθηκε επίσημα ότι οι λόγοι της κίτρινης κάρτας είχαν εκλείψει. Τα δημοσιεύματα ωστόσο πίεζαν τον πρωθυπουργό, το θέμα δεν ήταν εάν αλλά πότε θα αναλάμβανε η κα Αγγελοπούλου. Το τρένο είχε μπει στην κατηφόρα και δεν σταματούσε. Η σχετική ανακοίνωση δεν άργησε. Ήταν Τρίτη 9 Μαΐου 2000. Άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση της δικής μου θητείας. Το τυπικό τέλος γράφτηκε στις 4 Ιουλίου. Είχα συμπληρώσει 30 μήνες ενός ανηφορικού ταξιδιού.
 
Το βιβλίο του Κώστα Μπακούρη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Κατηγορία άρθρου:
Tags άρθρου:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου