Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Οι δικαστές νομιμοποιούν τις μειώσεις των μισθών...

Έντυπη Έκδοση 

ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΥΠΕΡΤΕΡΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΣτΕ

Οι δικαστές νομιμοποιούν τις μειώσεις των μισθών...

Ρήγμα στα μνημονιακά μέτρα, τα οποία ουσιαστικά κατάργησαν τον προστατευτισμό στα εργατικά δικαιώματα, αποτελεί η χθεσινή απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Με αυτήν κρίνεται αντισυνταγματική η ρύθμιση για την κατάργηση του δικαιώματος της προσφυγής στη Διαιτησία, όσον αφορά το καθεστώς των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη και υπογραφή συμβάσεων εργασίας.
Κατά τα άλλα, η 60σελιδη απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου, που είχε ληφθεί υπό την προεδρία του Κ. Μενουδάκου και δημοσιεύθηκε χθες, 14 μήνες μετά την τελική διάσκεψη της Ολομέλειας, τον Απρίλιο του 2013, διατηρεί σε ισχύ όλα τα μέτρα του Μνημονίου 2 που αφορούν τον ιδιωτικό τομέα. Οι ανώτατοι δικαστές για «λόγους υπέρτερου κοινωνικού συμφέροντος» αποφάνθηκαν ότι είναι συνταγματικές και σύμφωνες με την ΕΣΔΑ τόσο η η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων κατά 22% και κατά 32% για τους νέους κάτω των 25 ετών και η κατάργηση του επιδόματος γάμου, όσο και η κατάργηση της μετενέργειας, η κατάργηση δηλαδή της υπογραφής των εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας για τους κατώτατους μισθούς, έπειτα από διαπραγματεύσεις εργοδοτών και εργαζομένων.
Η Ολομέλεια αποφάνθηκε ότι η Διαιτησία είναι συνταγματικώς διασφαλισμένη και επομένως δεν μπορεί ούτε να καταργηθεί το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής σε αυτήν για όλα τα εργασιακά θέματα, όπως είναι μισθοί, άδειες, επιδόματα κ.λπ., ούτε να περιοριστεί αποκλειστικά μόνον στον καθορισμό του βασικού μισθού και ημερομίσθιου.
Ανυπέρβλητο εμπόδιο είναι το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η Διαιτησία».
Η μνημονιακή ρύθμιση είχε δεχθεί πυρά, καθώς καταστρέφει ολοκληρωτικά το μηχανισμό που εξασφαλίζει τη δυνατότητα συλλογικής ρύθμισης των όρων εργασίας και αναδεικνύει ως βασικό και αποκλειστικό παράγοντα διαμόρφωσής τους την ατομική σύμβαση. Τώρα, μετά την ετυμηγορία του ΣτΕ, επαναφέρεται σε ισχύ το παλαιότερο καθεστώς, δηλαδή η δυνατότητα προσφυγής που είχε καταργηθεί μονομερώς στις διαιτητικές αποφάσεις.
Στο στόχαστρο του ΣτΕ μπήκαν τα μέτρα του Μνημονίου 2, μετά τη βασική προσφυγή που είχε καταθέσει τον Μάρτιο του 2012 στο ΣτΕ η ΓΣΕΕ, με την οποία υποστήριζε, μεταξύ άλλων, ότι με την πράξη του υπουργικού συμβουλίου (6/2012) για την κατάργηση της Διαιτησίας προσβάλλεται ο πυρήνας θεμελιωδών δικαιωμάτων που έχουν υπερνομοθετική ισχύ.
...και η κυβέρνηση αυξάνει τους δικούς τους
Με τροπολογία αναπροσαρμόζονται οι αποδοχές των δικαστικών και το επίδομα χρόνου
Τροπολογία με ευνοϊκές αναπροσαρμογές για τους μισθούς των δικαστικών λειτουργών κατατέθηκε στο νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών για τη θεσμοθέτηση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου.
Η ρύθμιση κρίθηκε αναγκαία έπειτα από σχετικές αποφάσεις του Μισθοδικείου (Δεκέμβριος 2013), με τις οποίες κρίνονταν αντισυνταγματικές οι περικοπές στις απολαβές των δικαστικών λειτουργών από τον Αύγουστο 2012. Να σημειωθεί πάντως ότι οι αυξήσεις αυτές περιλαμβάνονταν στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2015-2018.
Η τροπολογία θεωρητικά μπορεί να επιφέρει αυξήσεις και στις βουλευτικές αποζημιώσεις, καθώς οι μισθοί των 300 συνδέονται άμεσα με τις απολαβές του πρόεδρου του Αρείου Πάγου. Ωστόσο μετά το ξέσπασμα της κρίσης και έπειτα από απόφαση της Βουλής οι βουλευτές δεν έχουν προσφύγει σχετικά προκειμένου να αναπροσαρμόσουν τις αποζημιώσεις τους σε ανάλογες περιπτώσεις.
Σύμφωνα με τη ρύθμιση, επέρχονται οι ακόλουθες μεταβολές κατά βαθμό στο βασικό μισθό:
Πρόεδρος Αρείου Πάγου 4.134 ευρώ, από 3.023 ευρώ.
Αντιπρόεδρος 3.721 ευρώ, από 2.880 ευρώ.
Αρεοπαγίτης 3.307 ευρώ, από 2.525 ευρώ.
Εφέτης 2.894 ευρώ, από 2.258 ευρώ.
Πρόεδρος Πρωτοδικείου 2.480 ευρώ, από 2.009 ευρώ.
Πρωτοδίκης 2.067 ευρώ, από 1.778 ευρώ.
Πάρεδρος Πρωτοδικείου 1.654 ευρώ, από 1.511 ευρώ.
Ειρηνοδίκης Δ' τάξης 1.488 ευρώ, από 1.369 ευρώ.
Επίδομα για τη δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης:
Πρόεδρος Αρείου Πάγου 688 ευρώ, από 500 ευρώ.
Αντιπρόεδρος 656 ευρώ, από 485 ευρώ.
Πρόεδρος Εφετών, αρεοπαγίτης 625 ευρώ, από 470 ευρώ.
Εφέτης 594 ευρώ, από 460 ευρώ.
Πρόεδρος Πρωτοδικείου 563 ευρώ, από 456 ευρώ.
Πρωτοδίκης 487 ευρώ, από 420 ευρώ.
Ειρηνοδίκης Γ' και Δ' Τάξης 344 ευρώ, από 316 ευρώ.
Πάγια μηνιαία αποζημίωση λόγω παραμονής στη έδρα:
Πρόεδρος Πρωτοδικών και ανώτεροι 769 ευρώ, από 560 ευρώ.
Ειρηνοδίκης Δ' μέχρι πρωτοδίκης 644 ευρώ, από 460 ευρώ.
Στην τροπολογία διευκρινίζεται ότι η αύξηση των βασικών μισθών της ιεραρχίας θα συμπαρασύρει αυξητικά και το ποσόν του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, τα οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό μέχρι 60% επί του βασικού μισθού με τα έτη υπηρεσίας. Η μέση αύξηση του καταβαλλόμενου επιδόματος χρόνου υπηρεσίας θα είναι της τάξης του 20% περίπου.
Η επιβάρυνση του προϋπολογισμού από την αναπροσαρμογή θα αγγίξει τα 170 εκατομμύρια ευρώ.

Ντρίμπλα του υπ. Οικονομικών σε αποφάσεις του ΣτΕ

Με εγκύκλιό του το υπουργείο Οικονομικών διευκρινίζει πως δεν αποτελούν δεδικασμένο οι αποφάσεις του ΣτΕ και συνεπώς δεν υποχρεώνουν το υπουργείο Οικονομικών στη γενική εφαρμογή τους, παρά μόνον για τις συγκεκριμένες υποθέσεις στις οποίες αφορά η προσφυγή.
Ετσι, μόνο όσοι έκαναν προσφυγή δικαιούνται εφεξής φοροαπαλλαγές. Με τον τρόπο αυτό, το ΥΠΟΙΚ δημιουργεί γραφειοκρατικά αναχώματα και κερδίζει χρήμα και χρόνο, γιατί φυσικά δεν πρόκειται καθένας, που υπάγεται σε μία ευνοϊκή για την κατηγορία του απόφαση του ΣτΕ, να προσφύγει δικαστικά, ενώ κάθε ατομική δικαίωση συνεπάγεται πολύ περισσότερο χρόνο...
Την εγκύκλιο εξέδωσε το ΥΠΟΙΚ με αφορμή δύο αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που αφορούν περικοπές στο επίδομα αλλοδαπής και στο επίδομα βιβλιοθήκης.
Η απόφαση του ΣτΕ για το επίδομα βιβλιοθήκης προέβλεπε ότι δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο η παροχή που καταβάλλεται σε μισθωτό για να καλύψει δαπάνες του για την εκτέλεση της υπηρεσίας του.
Για το επίδομα αλλοδαπής των πολιτικών υπαλλήλων του Δημοσίου, για μετάβαση στο εξωτερικό προς εκτέλεση υπηρεσίας ή με ειδική αποστολή για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα ημερών, το ΣτΕ έκρινε ότι δεν επιτρέπεται να υπόκειται σε φόρο εισοδήματος.
Συγκεκριμένα, στην εγκύκλιο του υπουργείου Οικονομικών διευκρινίζονται τα ακόλουθα: «Η διοίκηση του Υπουργείου Οικονομικών είναι υποχρεωμένη από το Σύνταγμα να συμμορφώνεται με τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οσον αφορά τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εκδίδονται κατά την αναιρετική διαδικασία, αυτές ισχύουν, ως γνωστό, μεταξύ των διαδίκων και εφαρμόζονται από τα αρμόδια όργανα του Υπουργείου Οικονομικών. Επομένως, οι αποφάσεις 29/2014 και 1840/2013 του ΣτΕ σαν αναιρετικές αναφέρονται σε συγκεκριμένους φορολογούμενους και δίνουν λύσεις σε συγκεκριμένες υποθέσεις, χωρίς να υποχρεώνουν τη διοίκηση του Υπουργείου Οικονομικών σε γενική αποδοχή τους».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου