Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

Εργασιακός Μεσαίωνας στο πραγματικό εργαστήρι του Άγιου Βασίλη


Εργασιακός Μεσαίωνας στο πραγματικό εργαστήρι του Άγιου Βασίλη

Απομυθοποίηση

09:05 | 26 Δεκ. 2014
Τελευταία ανανέωση 09:08 | 26 Δεκ. 2014
Το κόκκινο χρώμα έχει καλύψει τα ταβάνια και τα πατώματα, στάζει μπροστά από τα περβάζια των παραθύρων, ενώ οι τοίχοι είναι πιτσιλισμένοι με κόκκινες βούλες. Μοιάζει σαν ο καλλιτέχνης, Ανίς Καπούρ, να αφέθηκε και πάλι ελεύθερος να «δημιουργήσει» με το κέρινο κανόνι του. Αλλά αυτή, στην πραγματικότητα, είναι η εικόνα που αντικατοπτρίζει πώς φτιάχνονται τα Χριστούγεννα. Αυτή είναι η καρδιά του πραγματικού εργαστηρίου του Άγιου Βασίλη – χιλιάδες μίλια μακριά από το Βόρειο Πόλο, στην κινεζική πόλη Γιγού. (Μετάφραση - Νοηματική απόδοση: Χρήστος Θ. Παναγόπουλος)
Ο μύθος μπορεί να θέλει τον κόσμο να φαντάζεται τα Χριστούγεννα να οργανώνονται από ροδομάγουλα ξωτικά που φτιάχνουν στολίδια και παιχνίδια σε μια ξύλινη χιονισμένη καλύβα κάπου κοντά στον Αρκτικό Κύκλο. Όμως η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Οι πολύχρωμες μπάλες, τα εξίσου λαμπερά λαμπάκια αλλά και οι γιρλάντες, με τα οποία σίγουρα στολίσατε το δέντρο σας, έχουν έρθει από το Γιγού, 300 χιλιόμετρα νότια της Σαγκάη, όπου δεν υπάρχει ούτε ένα αληθινό χριστουγεννιάτικο δέντρο, ούτε μία φυσική νιφάδα χιονιού.
Υπό την ονομασία «Το Χριστουγεννιάτικο Χωριό της Κίνας», το Γιγού είναι η έδρα 600 συνολικά εργοστασίων που παράγουν το 60% από την παγκόσμια παραγωγή στολιδιών και χριστουγεννιάτικων διακοσμήσεων. Τα «ξωτικά» που στελεχώνουν τα εργοστάσια αυτά είναι κυρίως μετανάστες εργάτες, που δουλεύουν 12 ώρες την ημέρα για ένα μισθό που φτάνει περίπου τις 300 στερλίνες το μήνα (περίπου 381 ευρώ) και, απ’ ό,τι φαίνεται κανείς από αυτούς δεν φαίνεται να γνωρίζει τι ακριβώς είναι τα Χριστούγεννα.
«Μάλλον είναι κάτι σαν την κινεζική Πρωτοχρονιά για τους ξένους», λέει ο 19χρονος Γουέι, ένας εργάτης που ήρθε φέτος στο Γιγού από την αγροτική επαρχία Γκιζού και μίλησε στο κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων Sina. Μαζί με τον πατέρα του, δουλεύουν μέρες ολόκληρες μέσα σε αυτό το κατακόκκινο μπουντρούμι, παίρνοντας χιονονιφάδες από πολυστερίνη, τις οποίες βουτούν σε κόλλα και μετά τις ρίχνουν μέσα σε μια μηχανή με χρώμα σε πούδρα, έως ότου γίνουν κατακόκκινες. Υπολογίζεται πως φτιάχνουν περισσότερες από 5.000 χιονονιφάδες σε ημερήσια βάση.
Κατά τη διάρκεια της εργασίας του, η κατακόκκινη πούδρα καλύπτει το σώμα τους από την κορυφή έως τα νύχια. Ο μπαμπάς του φοράει ένα καπέλο του Άγιου Βασίλη (όχι για να μπει σε γιορτινό πνεύμα, όπως λέει, αλλά για να μην βαφτούν και τα μαλλιά του κόκκινα από την πούδρα). Και οι δύο τους φορούν τουλάχιστον δέκα μάσκες προσώπου την ημέρα, σε μια προσπάθεια να μην εισπνεύσουν την ιδιαίτερα βλαβερή χρωματιστή σκόνη. Είναι μια κουραστική δουλειά και μάλλον δεν θα την ξανακάνουν του χρόνου: μόλις μαζέψουν αρκετά χρήματα, για να παντρευτεί ο Γουέι, σκοπεύουν να επιστρέψουν στην Γκιζού και να μην ξαναδούν τόσο πολύ κόκκινο χρώμα μπροστά τους ούτε ζωγραφιστό.
Πακεταρισμένες σε πλαστικές σακούλες, η λαμπερές πορφυρές χιονονιφάδες βρίσκονται κρεμασμένες με άλλα χριστουγεννιάτικα και γιορτινά μπιχλιμπίδια στα καταστήματα της Εμπορικής Αγοράς του Γιγού.
Το συγκρότημα με τα δεκάδες καταστήματα έχει χαρακτηριστεί από τα Ηνωμένα Έθνη ως η μεγαλύτερη αγορά λιανικών πωλήσεων στον κόσμο. Στην λεγόμενη «Περιοχή 2» της Αγοράς βρίσκονται όλα τα χριστουγεννιάτικα είδη.
Διάδρομοι με λαμπάκια LED, γιρλάντες, πλαστικά δέντρα σε μπλε, κίτρινο και φοσφοριζέ ροζ χρώμα, πλαστικά κουκουνάρια σε χρυσό και ασημί χρώμα. Μερικά από αυτά τα στολίδια μοιάζουν σαν χαμένα στη μετάφραση: ζωγραφισμένα πρόβατα σε καπέλα του Άγιου Βασίλη, τάρανδοι από ταρτάν και πολλά άλλα ανεξήγητα κινεζικά μπιμπελό, ενώ μπορεί κανείς να βρει ομοίωμα του Άγιου Βασίλη να παίζει σαξόφωνο.
Όμως η υπεραγορά του Γιγού φαίνεται πως έχει έναν πολύ δυνατό αντίπαλο: το Διαδίκτυο. «Κολοσσοί», όπως το Alibaba και το Made In China. Μόνο στον ιστότοπο του Alibaba, μπορεί κανείς παραγγείλει περισσότερα από 1,4 εκατ. διαφορετικά χριστουγεννιάτικα στολίδια και να τα έχει στο σπίτι του, κάνοντας απλά ένα κλικ. Την ίδια στιγμή, η αποθήκη της Αγοράς του Γιγού έχει μόλις 400.000 στοιβαγμένα προϊόντα
Ωστόσο, παρά τις διαφορές, οι πωλήσεις του Γιγού γνώρισαν ιδιαίτερη άνθιση την περίοδο της ύφεσης, αφού όλος ο κόσμος ήθελε να ψωνίσει κοψοχρονιά για τις γιορτές. Την ίδια ώρα, πάντως, ο διεθνείς πωλήσεις έχουν πέσει σημαντικά.
Ο Κάι Τσινγκλιάνγκ, αντιπρόεδρος της Ένωσης Βιομηχανιών Χριστουγεννιάτικων Προϊόντων του Γιγού, είπε πως πλέον οι εταιρείες της περιοχής στρέφονται περισσότερο προς τον ντόπιο πληθυσμό. Σύμφωνα, εξάλλου, με τον Economist, «ο Άγιος Βασίλης είναι περισσότερο γνωστός στην Κίνα σε σχέση με τον Ιησού»
Όπως δήλωσε ο Τσενγκ Γιαπίνγκ, συνιδρυτής του Εργοστασίου Μπογιάνγκ: «Το να κάθεσαι εδώ μέσα όλη μέρα και να βλέπεις όλα αυτά τα όμορφα στολίδια, σου φτιάχνει τη διάθεση».
Ωστόσο, μάλλον είναι απίθανο αυτοί που στέκουν στην άλλη άκρη της γραμμής παραγωγής να συμμερίζονται την άποψη του αφεντικού τους. Ιδίως όταν καλούνται να βάψουν τόνους από χιονονιφάδες για μόλις 99 πένες ημερομίσθιο (περίπου 1,26 ευρώ).
πηγή:http://tvxs.gr/news/kosmos/pragmatiko-ergastiri-toy-ai-basili-ergasiakos-mesaionas-gia-molis-126-%E2%82%AC-imeromisthio

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Γερμανική εταιρεία οπτικών προσφέρει δώρο ένα ελληνικό νησάκι

Γερμανική εταιρεία οπτικών προσφέρει δώρο ένα ελληνικό νησάκι

20:14 | 24 Δεκ. 2014
Γερμανικός οίκος οπτικών προσφέρει προς τους μεγάλους πελάτες του δώρο ένα ελληνικό νησί με την αγορά 420.000 σκελετών γυαλιών.
Σύμφωνα με την Καθημερινή, πρόκειται για το νησί Άγιος Αθανάσιος στον Κορινθιακό κόλπο, το οποίο ωστόσο δεν ανήκει στην εταιρεία Libuda Optic World. Η εταιρεία αναφέρει πως σε περίπτωση που χρειαστεί το νησάκι, περίπου 10 στρεμμάτων, θα αγοραστεί. Σημειώνεται πως το νησάκι πωλείται προς 1,5 έως 1,6 εκατ. ευρώ. Η προσφορά εντάσσεται στον ετήσιο «κατάλογο κινήτρων» της εταιρείας προς τους μεγάλους πελάτες.
«Οι διακοπές στη Μαγιόρκα θα ήταν καταπληκτικές, αν δεν υπήρχε τόσο πολύς τουρισμός. Ιδέα: τι λέτε να αποκτήσετε το δικό σας νησί; Στη δική σας παραλία κανείς δεν θα σας ενοχλεί πια. Στον Κορινθιακό κόλπο, κοντά στην Ιτέα και όχι μακριά από τους Δελφούς, το χιονοδρομικό κέντρου του Παρνασσού και το ιστορικό λιμάνι του Γαλαξιδίου, βρίσκεται αυτό το καταπληκτικό νησί.
Από το ύψωμά του προσφέρει μια υπέροχη θέα. Θα ήταν το ιδανικό σημείο για την κατασκευή μιας ιδιωτικής βίλας. Μεγάλος αριθμός από ελαιόδεντρα και πεύκα βρίσκονται διασκορπισμένα στο νησί, ενώ μια στενή αμμώδης παραλία βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος του. Η θάλασσα είναι πεντακάθαρη και γεμάτη ψάρια», αναφέρει και καταλήγει: «Προσφορά: με την αγορά 420.000 σκελετών γυαλιών και μηδενική συμμετοχή, ή με την αγορά 155.000 σκελετών και συμμετοχή 999.999 ευρώ».
http://tvxs.gr/news/ellada/germaniki-etaireia-optikon-prosferei-doro-ena-elliniko-nisaki

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Ποτά, Μουσικές και Ροκ Καταστάσεις στο Θρυλικό Berlin

Ποτά, Μουσικές και Ροκ Καταστάσεις στο Θρυλικό Berlin

December 24, 2014
Κώστας Κουκουμάκας, Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Αβραμίδης
Από τη στήλη 'Almost Famous'
Τον τελευταίο καιρό, στο θρυλικό μπαρ Berlin στη Θεσσαλονίκη αφαίρεσαν τη βαριά σιδερένια βιτρίνα και αποκαλύφθηκε το τζαμωτό, το ίδιο που υπήρχε από τη μέρα που άνοιξε το μαγαζί. «Το βάψαμε ένα χέρι μπορντό - κανονικά χρειάζεται ακόμη δύο χέρια, όμως αν τα κάναμε όλα σωστά, δεν θα ήμασταν το Berlin» μου λέει ο Θόδωρος Παπαδόπουλος, ιδιοκτήτης του ιστορικού μπαρ, μία αληθινή φυσιογνωμία νεομάρτυρα του πανκ-ροκ και του underground.
Στην οδό Χρυσοστόμου Σμύρνης, ένα κάθετο στενάκι στην παλιά παραλία, έχουν ανοίξει σήμερα δεκάδες καταστήματα με αξεσουάρ μόδας για κοκετάριους. Μία μόνο πινακίδα παραμένει βαμμένη με λαδομπογιά: «Berlin», σε χρώμα ροζ και λιλά, κάθετα γραμμένη. Το μαγαζί κλείνει φέτος 35 χρόνια γεμάτα ιδρώτα και δάκρυα. Εδώ μέσα έχουν ίσως συμβεί τα πάντα. Το πιο σημαντικό, στο μπαρ-μήτρα των σκληροπυρηνικών ήδη μεγαλώνει η δεύτερη γενιά θαμώνων, ορισμένων μοναχικών και «μαύρων ποιητών», πολλών επίσης αρκούντως θορυβωδών, των περισσότερων όμως με καθαρή κοινωνιολογική και πολιτισμική προσέγγιση. Η ώρα είναι 5.00 το απόγευμα και απέχει λιγότερο το χθεσινοβραδινό κλείσιμο από το αποψινό άνοιγμα.
VICE: Θόδωρε, τι έκανες πριν το Berlin;
Θόδωρος Παπαδόπουλος: Ήμουν ζωγράφος στα νησιά τα καλοκαίρια, έφτιαχνα ακουαρέλες, προσωπογραφίες και άλλα διάφορα και τον χειμώνα γύριζα την Ευρώπη με τα λεφτά που έβγαζα. Greek lover κατά μία έννοια, καθαρή δουλειά, δεν έχει απατεωνιές. Ταξίδευα λοιπόν τον χειμώνα σε όλη την Ευρώπη, Σουηδία, Ολλανδία, Γερμανία. Γύριζα στα κλαμπ, καμιά φορά κοιμόμουν και μέσα σε μπαρ. Κάποια στιγμή στη Γερμανία, τέλη δεκαετίας του '70, βρήκα έναν ξάδελφο μου και ανοίξαμε ένα κλαμπάκι στην πόλη Μίνστερ. Το πρώτο πράγμα που με ενδιέφερε πάντα ήταν η μουσική και μετά οι γυναίκες.
Τι μουσική άκουγες τότε;
Γύριζα όλη την Ευρώπη για να ακούσω γκρουπ. Ό,τι βάζει ο νους σου. Στη Γερμανία είχα βρει ένα φοβερό κλαμπ, που λειτουργούσε μέσα σε ένα αγρόκτημα, στο Όζνεμπρουκ. Το κλαμπ το λέγανε Hide Park κι εκεί έχω δει John Mayall, Alexis Korner, Alex Harvey, Dead Kennedys, αυτά το 1979.
Κι έτσι αποφασίζεις να ανοίξεις το Berlin;
Όχι, τυχαία βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη τέλη του '79, με την προϋπόθεση να ανέβω ξανά στη Γερμανία. Βρήκα αυτό το μαγαζί τυχαία -αν θυμάμαι καλά ήταν επιπλάδικο- γιατί πάντα έτσι λειτουργούσα, χωρίς σχέδιο. Στο μεταξύ, είχα χωρίσει με τον ξάδερφό μου στο κλαμπ στη Γερμανία και είχα λίγα χρήματα. Πήρα το μαγαζί χωρίς να ξέρω ακριβώς τι θα κάνω. Και μόλις μπήκα μέσα, είδα όλα αυτά που είχα στο μυαλό μου για το ροκ. Ήμουν πάντα και λίγο αντιδραστικός, όλοι άκουγαν Flower Power, εγώ άκουγα Velvet Underground. Ό,τι μαύρο και πεσιμιστικό υπήρχε το άκουγα, Iggy Pop, Patty Smith και τέτοια. Άνοιξα το μπαρ τέλη του 1979 αρχές του 1980.
Γιατί το ονόμασες Berlin;
Από τον δίσκο του Lou Reed, που ήταν ο αγαπημένος μου. Τον είχε γράψει ο Lou Reed για το Βερολίνο, χωρίς να έχει ταξιδέψει εκεί, απλώς γιατί έτσι το φαντάστηκε. Μου άρεσε πολύ, σκέψου ότι κουβαλούσα το βινύλιο μαζί μου στα ταξίδια. Είχα ζήσει και λίγο στο Δυτικό Βερολίνο, φυσικά πριν πέσει το Τείχος.
Τι είχες στο μυαλό σου για το Berlin τα πρώτα χρόνια;
Τίποτα συγκεκριμένο. Απλώς το Berlin ήταν το πρώτο ορθάδικο στην Ελλάδα. Πήρα την ιδέα από τα gay bar στο Άμστερνταμ, που είδα τον κόσμο να διασκεδάζει όρθιος. Ήμουν φανατικός εκείνη την εποχή και με διάφορα γκρουπ με γκέι κουλτούρα, New York Dolls και τέτοια. Κι αυτό το στυλ μου άρεσε, σκέφτηκα ότι ταίριαζε στο ροκ.
Τι μουσική έπαιζε τότε το μπαρ;
Ταξίδευα τακτικά σε Αγγλία και Γερμανία κι έφερνα δίσκους. Το προσωπικό μου ψώνιο ήταν να γυρίζω ακόμη και μόνος στα κλαμπ της Ευρώπης και να ακούω μουσικές. Έφερα στη Θεσσαλονίκη όλα τα καινούρια εκείνης της εποχής, που ανανέωσαν το ροκ. Παίζαμε new wave, Clash, Jam, Tom Robinson, Sex Pistols, αργότερα Joy Division που έκαναν πιο dark μουσική. Μάλιστα, είχα βάλει τότε οθόνες στο μαγαζί και προβάλλονταν μιξαρισμένα μουσικά βίντεο που έβρισκα στο εξωτερικό, πρωτοποριακό στοιχείο για μπαρ τότε.
Ο Βιμ Βέντερς πότε επισκέφτηκε το Berlin;
Πριν από λίγα χρόνια, είχε έρθει για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου και του είπαν ότι υπάρχει στο μπαρ μία αυθεντική αφίσα από την ταινία του Wings of Desire. Την είχα φέρει από τη Νέα Υόρκη μαζί με μία ακόμη του Χίτσκοκ και μία από το Stranger Than Paradise του Τζάρμους. Τις αγόρασα από ένα υπόγειο αφισάδικο στη Bleecker Street.
Τι ήπιε ο Βέντερς;
Μπίρα ή αναψυκτικό, δεν θυμάμαι ακριβώς. Μιλήσαμε λίγο για τη Γερμανία και είπε ότι του άρεσε το μαγαζί.
Ο Αγγελάκας από πότε ήταν θαμώνας;
Ο Αγγελάκας είχε δουλέψει εδώ. Για ένα μικρό διάστημα, γύρω στο '83, ήταν μπάρμαν κι έπειτα για δυο-τρία χρόνια ήταν dj. Οι Τρύπες έχουν παίξει πολλές φορές. Πολλοί γνωστοί ήταν θαμώνες και ακόμη περισσότεροι πέρασαν: Nick Cave, Mark Almond, Neubauten, Nomads, Savage Republic, ο Ιan McCulloch που έκανε και μεγάλη φασαρία, πλακώθηκε με όλο τον κόσμο. Και ποιοι δεν πέρασαν, ο κατάλογος είναι ατελείωτος.
Οι φασαρίες ήταν πάντα μέρος του μπαρ;
Είναι ζωντανό το μαγαζί. Έλεγα, βάλτε μπίρες στο ψυγείο, γιατί μετά από φασαρίες χρειάζονταν όλοι μπίρες για να ηρεμήσουν. Από φασαρίες άλλο τίποτα. Μέσα, πάνω στο μπαρ, έξω στον δρόμο...
Και από έρωτες;
Παλιότερα, όταν ερχόμουν ρωτούσα τις σερβιτόρες αν οι τουαλέτες ήταν γεμάτες. Από αυτό καταλάβαινα αν το μαγαζί ήταν γεμάτο. Και ήταν κάθε μέρα Σάββατο. Μια βραδιά ξεγυμνώθηκαν πάνω στο μπαρ κι έκαναν σεξ, έχουν γίνει πολλά πράγματα εδώ μέσα.
Η νύχτα πώς άλλαξε όλα αυτά τα χρόνια;
Μια χαρά είναι η νύχτα. Μου αρέσει και τώρα, μου άρεσε και παλιά. Η νύχτα είναι γι' αυτούς που θέλουν κάτι διαφορετικό γιατί δεν είναι συμβατικοί. Έχω τα τελευταία δύο-τρία χρόνια μια νοικοκυρά πιστή θαμώνα. Έρχεται το ξημέρωμα στις 5.00 και φεύγει στις 9.00, μόνο στις 7.30 βγαίνει λίγο έξω για να τηλεφωνήσει στα παιδιά της και να τα ξυπνήσει για το σχολείο. Συγγραφείς, ηθοποιοί, όλη η Σχολή Καλών Τεχνών έχει περάσει από 'δω. Ερχόταν ο Ιόλας και άλλοι πολλοί άνθρωποι της τέχνης, μόδιστροι κλπ. Κυριλέ τύποι, που είχαν όμως σχέση με το underground. Και η Γώγου ερχόταν συχνά, εδώ ήταν το στοιχείο της. Έχει κάνει φασαρίες εδώ η Κατερίνα...
Η μουσική πώς εξελίχθηκε όλα αυτά τα χρόνια;
Είναι ένα πράγμα που εξελίσσεται όταν υπάρχουν οι συνθήκες. Τη δεκαετία του '80 έγινε η ανανέωση με το new wave και το punk γιατί είχε βαλτώσει πολύ το ροκ. Είχαν φτάσει να παίζουν σε κάτι θέατρα ή να σολάρουν τρεισήμισι ώρες. Ευτυχώς βγήκαν οι πανκ κι έπαιζαν ένα κομμάτι με την ψυχή τους. Το γαμούσανε τη μάνα κι ας μην ήξεραν να παίζουν, έβγαζαν όμως τη ψυχή τους. Τώρα τελευταία, τα περισσότερα νέα γκρουπ μου φαίνονται κάπως σαν αναβίωση των 60s. Όλα τα ποπ θέλουν να μοιάσουν τους Beatles, όλα τα garage τους Rolling Stones.
Και η Θεσσαλονίκη πώς εξελίχθηκε;
Μια χαρά είναι η Θεσσαλονίκη. Έχει διασκέδαση, νεολαία, στέκια. Τα βλέπω όλα θετικά, δεν θέλω να αλλάξει τίποτα. Υπάρχουν μόνο μερικοί ξύπνιοι που θέλουν να μας κάνουν πιο πολιτισμένους, αλλά εγώ δεν είμαι καθόλου με αυτό το σύστημα. Κάποιοι δήθεν παράγοντες, δημοσιοσχετίστες, που δεν θέλω ούτε να τους βλέπω. Βέβαια, κι αυτά έχουν τη φάση τους. Το ψεύτικο υπήρχε πάντα στο ροκ.
Είναι αλήθεια ότι έχεις μια από τις μεγαλύτερες συλλογές δίσκων στην Ελλάδα;
Α, το έχεις μάθει κι αυτό; Η ζωή μου είναι η μουσική και τα ταξίδια που κάνω. Είναι μια αιματοβαμμένη ιστορία. Έχω κάνει πολλά ταξίδια για να ψάξω δίσκους. Πήγα στο Μεξικό, στο Περού για να βρω ψυχεδέλειες, οργώσαμε την Αμερική για να βρούμε δίσκους σε κολεκτίβες και κοινόβια χίπις. Τα βλέπω, τα ακούω και μ' αρέσουνε. Έτσι κυλά μέχρι σήμερα η ζωή μου. Και μέσα από το Berlin περνάω τη ζωή μου. Εδώ συναντώ κόσμο, εδώ μαλώνω, εδώ όλα.
Πώς θα ήθελες να θυμούνται το Berlin;
Κοίτα, στο μπαρ δημιουργήθηκε μια νεολαία που έβλεπε διαφορετικά τα πράγματα. Πιο ψαγμένη κοινωνικά και πολιτιστικά. Κάναμε κατά καιρούς προβολές ταινιών, καλτ βραδιές, κάποια περίεργα πάρτι θεματικά, ό,τι περίεργο έβγαινε εμείς το φέρναμε. Ζωγραφίζαμε και κάναμε πάντα ό,τι μας έβγαινε εκείνη την ώρα. Φέτος βάψαμε το μπαρ ροζ και μοβ. Παλιότερα, ήταν πιο μαύρο. Έπειτα, αλλάζαμε τη μουσική, πειραματιζόμασταν άφοβα με το καινούριο. Παίζαμε punk, μετά garage, αμερικάνικη ψυχεδέλεια, Manchester pop, electronica, gothic. Δεν κώλωνα σε τίποτα. Μια φορά παίζαμε πανκ, σταμάτησα τη μουσική κι έβαλα στο μπαρ έναν χοντρό, που είχε τρέλα με τον Καβάφη και διάβαζε για δέκα λεπτά ποιήματα. Άλλοι του πετούσαν μπίρες, άλλοι έλεγαν σταματήστε να τον ακούσουμε, έγινε χαμός. Αυτό ήταν περφόρμανς, δεν ήταν κάτι στημένο. Η φάση του μαγαζιού ήταν από μόνη της πανκ, δεν την έκανε η μουσική.
Και τα επόμενα 35 χρόνια; 
Το Berlin έγινε για ανθρώπους, που, αν θέλουν, μπορούν να πάνε σε ένα μπαρ μόνοι τους. Γιατί είναι πιο μποέμ το στυλ τους. Πηγαίνουν μόνοι σε ένα μαγαζί, που λειτουργεί όμως σαν μικρή κοινωνία. Παλιότερα, είχα βγάλει κι ένα σλόγκαν στα γερμανικά: "Berlin ist allein, Ιch auch", δηλαδή «Το Βερολίνο είναι μόνο του κι εγώ το ίδιο», κάπως έτσι.

ΠΗΓΗ:http://www.vice.com/gr/read/pota-mousikes-kai-rock-katastaseis-sto-thryliko-berlin?utm_source=facebook&utm_medium=cpc&utm_campaign=promoBERLIN

Τα χριστουγεννιάτικα έθιμα της Ελλάδας μίας άλλης εποχής

Τα χριστουγεννιάτικα έθιμα της Ελλάδας μίας άλλης εποχής

Αναδρομή

09:39 | 25 Δεκ. 2014
Τελευταία ανανέωση 12:40 | 25 Δεκ. 2014
Έχοντας μεγάλη εμπειρία στη συγγραφή, καθώς συμμετείχε στη λειτουργία του παράνομου τυπογραφείου του ΕΑΜ και αρθρογραφούσε στον παράνομο Ριζοσπάστη, αλλά με πλούσια συγγραφική συμβολή και στα έντυπα του Δημοκρατικού Στρατού στον οποίο είχε ενταχθεί, το ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς Δημήτρης Χατζής «στέλνει» μία ανταπόκριση από τα Χριστούγεννα μίας άλλης εποχής. Τα ελληνικά έθιμα των Χριστουγέννων από την πένα του Δημήτρη Χατζή, όπως δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Λαϊκός Αγώνας το Σάββατο 21 Δεκέμβρη του 1963.
Χριστούγεννα -Ελληνικά έθιμα
Στη χώρα πού ζούμε η προετοιμασία για το γιορτασμό των Χριστουγέννων συνδέεται αναπόσπαστα με το στολισμό τού Χριστουγεννιάτικου δέντρου, το φωτισμό του και τα δώρα πού θα μπουν από κάτω. Στα σπίτια όλα, αλλά και στα Ιδρύματα, στις επιχειρήσεις, στα σχολειά, το δέντρο είναι απαραίτητο. Είναι ένα πολύ παλιό έθιμο, πού ή πραγματική του προέλευση είναι ακόμα αντικείμενο συζητήσεων των ειδικών. Οι περισσότεροι πιστεύουν πώς είναι ένα έθιμο γερμανικό, πού ξαπλώθηκε υστέρα και στους άλλους λαούς της Ευρώπης. Και πραγματικά μέχρι τώρα σε όλη τη Γερμανία, το Χριστουγεννιάτικο δέντρο παραμένει ένα έθιμο με ακλόνητη ισχύ: Σε πολλές οικογένειες τα στολίσματα τού δέντρου διατηρούνται από πάπο σε εγγονό. Τα φυλάνε με εξαιρετική επιμέλεια, τα ανοίγουν αυτές τις μέρες για να στολίσουν το δέντρο και τα ξαναμαζεύουν ύστερα για τον άλλο χρόνο. Ακόμα και στους δρόμους των πόλεων, σε κάθε σταυροδρόμι, στις πλατείες, τούς σιδηροδρομικούς σταθμούς, έχουνε αυτές τις μέρες τοποθετηθεί τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα με τα πολύχρωμα φώτα τους.
Αλλά και στην Ελλάδα στα τελευταία τριάντα-σαράντα χρόνια το έθιμο άρχισε από μια περιορισμένη τάξη πού μιμούντανε τους ευρωπαίους να διαδίδεται όλο και πλατύτερα. Στις πόλεις, τουλά¬χιστον, έχει πια πλατιά διαδοθεί και γίνεται και στην Ελλάδα το κέντρο του χριστουγεννιάτικου οικογενειακού γιορτασμού. Παλιότερα μονάχα τα σχολεία, μερικοί σύλλογοι και άλλα ιδρύματα έφτιαχναν χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Οι ελληνικές συνήθειες για τη γιορτή των Χριστουγέννων διατηρούνται ακόμα πολύ ζωντανές στα χωριά: μια από αυτές ήταν τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Τα παιδιά, σχηματίζοντας μικρές ομάδες γυρνούσαν τα σπίτια του χωριού, αλλά και των επαρχιακών πόλεων και τραγουδούσαν θρησκευτικά τραγούδια για τη γέννηση του Χριστού, μαζί με ευχές για τούς νοικοκυραίους του σπιτιού, από τούς οποίους έπαιρναν δώρα ή χρήματα ή γλυκά ή άλλα φαγώσιμα.
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει.
Οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει ή πλάσις όλη.
Ήταν ενα από τα διαδεδομένος πανελλήνια τραγούδια.
Εννοείται ότι επειδή ή γλώσσα ήταν πολύ ...διαγραμμάτου, τα παιδιά έκαναν μεγάλα λάθη και παραμόρφωναν τα λόγια του. Υπήρχαν όμως και κάλλαντα κατά τόπους με πολύ απλούστερα λόγια, πού τα παιδιά τα ήξεραν νεράκι και τα τραγουδούσαν πολύ ωραία από πόρτα σε πόρτα.
Προκειμένου για τα μουσικά όργανα πού χρησιμοποιούσαν, όσοι από τούς συναγωνιστές μας -τους γεροντότερους φυσικά- κατάγονται από ορεινά χωριά, θα θυμούνται βέβαια ότι το μοναδικό μουσικό όργανο των τραγουδιστάδων αυτών ήταν δυο ή τρία κουδούνια, απ' αυτά πού κρέμονται στο λαιμό των ζώων. Τα κουδούνια τα κρεμούσαν σε μια σανίδα που στέκονταν πάνω σε ένα μπαστούνι. Κου¬νώντας ρυθμικά το μπαστούνι, μπορούσαν να κρατούν με τα κουδούνια τον ρυθμό του τραγουδιού. Το ίδιο γινότανε και σε όλα τα άλλα κάλλαντα -της Πρωτοχρονιάς, των Φώτων, του Λαζάρου, των Βαΐων, του Πάσχα,
Στις πόλεις οι μικρές ομάδες των τραγουδιστάδων δεν είχαν κουδούνια. Είχανε το περίφημο τρίγωνο με το οποίο κρατούσαν τον ίσο του τραγουδιού. Σε μερικές πόλεις -και κυριότατα στην Αθήνα οι τραγουδιστάδες φτιάχνανε από καρτόνι, μια μικρή η μεγαλύτερη φάτνη πού δυο της παρέας την κουβαλούσαν στην πλάτη τους. Μέσα η φάτνη φωτιζότανε από μικρά φώτα, πού φαινότανε πολύχρωμα μέσα από τα χρωματιστά χαρτιά τους.
Όπως όλες οι θρησκευτικές δοξασίες, οι συνήθειες, τα έθιμα των λαών, συνδέονται με την πρα-κτική, την κοινωνική τους ζωή, τον τρόπο της ζωής τους, έτσι και του ελληνικού λαού τα Χριστουγεννιάτικα έθιμα συνδέονται με τον τρόπο της κοινωνικής του ζωής.
Για τούς θαλασσινούς έλληνες, ήταν συνήθεια να προσπαθήσουν με κάθε τρόπο, έτσι να κανονίσουν τα ταξίδια τους, πού στις παραμονές των Χριστουγέννων να βρίσκονται στα σπίτια τους. Εκεί θα μέ¬νανε ως τα Φώτα, να “αγιαστούν τα νερά” και μόνο τότε, όσοι ήταν πάλι για ταξίδι, να ξεκινούσαν, με τις  σκούνες τους, τα μπρίκια τους και τα άλλα ιστιοφόρα τους.
Στην αγροτική Ελλάδα μια από τις ωραιότερες και τις πιο συμπαθητικές εκδηλώσεις των ημερών αυτών, ήταν στα χωριά η Χριστοκουλούρα για τα ζώα της οικογένειας: Μαζεμένη ή οικογένεια το βράδι της παραμονής των Χριστουγέννων στο σπίτι, δεν ξεχνούσε τα ζώα της. Η νοικοκυρά δεν είχε ξεχάσει να φκιάσει και για τα ζώα μια μεγάλη κουλούρα, πού κατέβαινε και την κρεμούσε στα κέρατα τού βωδιού. Σε άλλα χωριά, στη Μακεδονία και τη Θράκη, μαζί της κατέβαινε και ο νοικοκύρης του σπιτιού και θυμιάτιζε τα ζώα, να είναι ευλογημένα.
Κατά τα άλλα ή οικογένεια έμενε στο σπίτι. Τα καρύδια, το μέλι, τα σύκα, μαζί με τα χριστο-κουλούρα ήταν οι ξεχωριστές λιχουδιές της παραμονής το βράδι. Στις πόλεις το γλύκισμα των Χριστουγέννων ήταν οι κουραμπιέδες, τα φοινίκια, τα μελομακάρονα. Για τα φαγητά των Χριστουγέννων; Ή γαλοπούλα -και αυτή συνήθεια ξένη- ψητή, παραγεμιστή, έμεινε για πολλά χρόνια περιορισμένη σ' ένα πολύ στενό κύκλο πλουσίων. Τώρα είναι πιο πλατιά διαδεδομένη και στα αστικά στρώματα. Ελληνικό χριστουγεννιάτικο φαγητό ήταν απαραίτητο το χοιρινό κρέας. Εκτός από τούς αγρότες πού σφάζανε το δικό τους γουρούνι, όλος ό πληθυσμός των πόλεων έτρωγε ντολμάδες -αλλού γιαπράκια- από χοιρινό κυμά και άλλα φαγητά από χοιρινό κρέας.
Μιλάμε φυσικά για κείνους πού μπορούσαν να έχουν αυτά -έστω και αυτά. Γιατί στη δική μας τη λογοτεχνία υπάρχει μια ολόκληρη “χριστουγεννιάτικη πεζογραφία”, πού κύριο θέμα της είναι ή δυστυ¬χία, η πικρή, ξεχωριστή συναίσθηση της δυστυχίας στις μέρες των γιορτών. Ό Αλέξανδρος Παπαδια¬μάντης, o μεγάλος και βαθύς κλασσικός της πεζογραφίας μας έδωσε κυριολεκτικά αθάνατες εικόνες των παιδιών πού περιμένουν τα Χριστούγεννα με γυμνά τα ποδαράκια τους, με πληγωμένη την μικρή τους καρδιά, των φτωχών γυναικών, πού μάταια περιμένουν ως αργά το βράδυ της παραμονής το “νοικοκύρη” τού σπιτιού να γυρίσει με τα “ψώνια”, των φτωχών και των καταφρονεμένων, που η μεγάλη θρησκευτική και κοινωνική γιορτή, ανοίγει και ματώνει την πληγή του απόκληρου. Μαζί με τον Παπαδιαμάντη, και ύστερα από τον Παπαδιαμάντη, πάρα πολλοί από τούς παλιότερους συγγρα¬φείς δώσανε -ως τα τελευταία χρόνια- τέτοιες εικόνες και δημιούργησαν όπως είπαμε μια ολόκληρη φιλολογία χριστουγεννιάτικου διηγήματος. Τώρα πια δεν καλλιεργείται το είδος αυτό.
Οι συνήθειες μένουν. Τα Χριστούγεννα, εκτός από το θρησκευτικό τους περιεχόμενο, αποτελούν και στην Ελλάδα μια από τις μεγαλύτερες κοινωνικές γιορτές του χρόνου: Η οικογένεια μαζεύεται σπίτι, η γιορτή γίνεται γιορτή της αγάπης. Και το άστρο της Βηθλεέμ αποκτά ένα, πέρα από το θρησκευτικό του περιεχόμενο, πλατύτατο συμβολισμό. Είναι το άστρο πού συμβολίζει την αγάπη, την υπόσχεση της κατίσχυσης τού καλού πάνω σε όλον τον κόσμο. Τον πόθο και το δικαίωμα όλων των ανθρώπων να ζήσουν με αγάπη και ειρήνη.
*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Λαϊκός Αγώνας (Όργανο του Συλλόγου των Πολιτικών Προσφύγων της Ελλάδας στην Ουγγαρία) XIV/102, Σάββατο 21 Δεκέμβρη 1963 και περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Νίκου Γουλανδρή Βιβλιογραφικό Μελέτημα (1930-1989) Δημήτρη Χατζή, Εκδόσεις “γνώση” 1991, σελ.549
*Η φωτογραφία είναι του φωτογράφου Κώστα Μπαλάφα και ανήκει στα Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη. Είναι ένα χριστουγεννιάτικο στιγμιότυπο από την Αθήνα της δεκαετίας του '60.
http://tvxs.gr/news/taksidia-sto-xrono/ta-xristoygenniatika-ethima-tis-elladas-mias-allis-epoxis

Το καπιταλιστικό Κράτος της Μεταπολίτευσης: από τον «αυταρχικό κρατισμό» στην «κατάσταση εξαίρεσης»

Το καπιταλιστικό Κράτος της Μεταπολίτευσης: από τον «αυταρχικό κρατισμό» στην «κατάσταση εξαίρεσης», του Χριστόφορου Βερναρδάκη

Το κράτος εξακολουθεί να αποτελεί το πιο σημαντικό «ανοικτό ζήτημα» στην πολιτική θεωρία. Σημειώνεται ωστόσο μια μεγάλη διαφοροποίηση από την προηγούμενη ιστορικά συζήτηση. Οι κυριότερες θεωρητικές προσεγγίσεις για το κράτος, από τις κλασικές θεωρίες του «κοινού αγαθού» έως τις πλέον σύγχρονες μαρξιστικές προσεγγίσεις, είχαν πάντοτε ως σημείο αναφοράς την ανάλυση του «εθνικού κράτους», της πολιτικής δηλαδή οντότητας που δρα ως εξουσία μέσα σε ένα καθορισμένο εθνικό πλαίσιο και «ό,τι κάνει», δηλαδή όποιες αποφάσεις λαμβάνει, τις λαμβάνει μέσα από τους δικούς του μηχανισμούς και σε τελική ανάλυση στη βάση των «εθνικών» ταξικών συσχετισμών μεταξύ κεφαλαίου – εργασίας.
Οι δύο τελευταίες δεκαετίες έχουν αλλάξει ριζικά τους όρους αυτής της θεώρησης. Η δεκαετία του 1990 και πολύ περισσότερο η δεκαετία του 2000 είναι η εποχή της «θεσμοθέτησης» («καθεστωτοποίησης») του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή της οργανικής του ενσωμάτωσης τόσο στο επίπεδο των υπερεθνικών πολιτικών, όσο και στο επίπεδο των εθνικών πολιτικών. Η σύγχρονη «θεσμοθέτηση» του νεοφιλελευθερισμού είναι ο τρόπος, το εργαλείο, με τον οποίο οι κυρίαρχες τάξεις, απελευθερωμένες από «εθνικές δεσμεύσεις» και εθνικούς ταξικούς συσχετισμούς, επιχειρούν να δημιουργήσουν νέες συσσωρεύσεις κεφαλαίου, να ιδιοποιηθούν τεράστιες υπεραξίες και να προστατεύσουν την αναπαραγωγή του στο επίπεδο πλέον των «διεθνών αγορών». Το «εθνικό κράτος», παραμένοντας πάντα ο βασικός και κύριος εγγυητής της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, παραχωρεί εκουσίως τμήματα της «κυριαρχίας» του, στην πραγματικότητα όμως επιχειρεί μια συστηματική «απόκρυψη» των μηχανισμών πολιτικής του από τον κοινωνικό έλεγχο και τις κυριαρχούμενες τάξεις.
Ο νεοφιλελευθερισμός εξέφρασε ιστορικά τη συγκρότηση ενός (νέου) συνασπισμού εξουσίας υπό την ηγεμονία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και μια συνολική πολιτική ανασυγκρότησης του αστικού κράτους ως εργαλείου ακύρωσης ή αμφισβήτησης ή αναοριοθέτησης λαϊκών κατακτήσεων της προηγούμενης ιστορικής περιόδου (χρησιμοποιώ όλους αυτούς τους όρους γιατί η τελική τους έκβαση εξαρτάται από την πάλη των τάξεων σε κάθε χώρα και σε κάθε «στιγμή»).
Η «θεσμοθέτηση» («καθεστωτοποίηση») του νεοφιλελευθερισμού ως χαρακτηριστικού της συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας είναι κάτι ποιοτικώς διαφορετικό από την προσπάθεια για ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού στη δεκαετία του 1980. Η περίοδος της «θεσμοθέτησης» είναι πλέον η περίοδος των «κλειδωμένων» πολιτικών κατεδάφισης της κοινωνικής συνοχής σε όλα τα πεδία της δημόσιας πολιτικής σφαίρας και ταυτόχρονα η περίοδος της επιχείρησης επιβολής μιας «τυφλής» ταξικής κυριαρχίας, υπό την έννοια της αδιαφορίας προς κάθε έννοια δημόσιου χώρου, δημόσιου συμφέροντος ή κοινωνικής ισορροπίας. Μετά τη δεκαετία του 1990 ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι απλώς και μόνον η πολιτική εξαγγελία της Θάτσερ, του Ρήγκαν ή του Κολ. Είναι η συγκεκριμένη πολιτική μορφή που παίρνει η απόλυτη κυριαρχία του κεφαλαίου και η επικράτηση ενός ακραίου καπιταλιστικού συστήματος που υποστηρίζεται, αφενός μεν από την αλλαγή των ταξικών συσχετισμών σε βάρος της εργασίας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο αφετέρου δε από την επιχείρηση επιστροφής σε εργασιακές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες απόλυτης έως ακραίαςεκμετάλλευσης. Είναι η εποχή της πλήρους κυριαρχίας των αγορών και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, στο πλαίσιο μιας ολοένα και διευρυνόμενης εκχώρησης των αποφάσεων οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής στο κεφάλαιο, στην αλλαγή του εύρους των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων του (εθνικού) Κράτους και στον συνειδητό αυτοπεριορισμό του στο ρόλο διαφύλαξης και μόνον των «κεκτημένων» του κεφαλαίου και των αγορών του.
Το προηγούμενο καπιταλιστικό κράτος, αυτό που μορφοποιήθηκε ιστορικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στη μορφή του κοινωνικού κράτους δικαίου, ήταν το κράτος που εγγυάτο τη συνολική και μακροπρόθεσμη αναπαραγωγή του κεφαλαίου πέραν του ανταγωνισμού των επιμέρους ατομικών ή μικρών κεφαλαίων: Αναπαράγοντας τα λόγια του Martin Carnoy, το μεταπολεμικό καπιταλιστικό κράτος «αναλαμβάνει τη λειτουργία της αναπαραγωγής του κεφαλαίου συνολικά, προχωρώντας σε επενδύσεις υποδομής, ρυθμίζοντας τη σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας, συμβάλοντας στην επέκταση του εθνικού κεφαλαίου στις διεθνείς αγορές και επιχειρώντας με μέσα δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής να ρυθμίσει μια κατακερματισμένη καπιταλιστική ανάπτυξη» (Carnoy 1984, 178). Η μορφή αυτού του Κράτους είναι στην ελληνική περίπτωση το «Κράτος της μεταπολίτευσης», και κυρίως η μορφή κράτους που εδραιώνεται μετά την πολιτική αλλαγή του 1981. Είναι η μορφή κράτους της περιόδου 1974-1990.
Το «νεότερο» καπιταλιστικό Κράτος, που μορφοποιείται από τη δεκαετία του 1990 και μετά, ακυρώνει σχεδόν όλες τις παραπάνω κλασικές λειτουργίες του. Όλες οι επενδύσεις υποδομής που έχει ιστορικά δημιουργήσει επιδιώκεται να περάσουν στον ιδιωτικό τομέα, ακόμα κι αν αφορούν στη διαχείριση δημοσίων φυσικών αγαθών όπως το νερό ή το περιβάλλον. Η μακροπρόθεσμη αναπαραγωγή του κεφαλαίου υποτιμάται σταθερά, υπέρ της άμεσης και μεσοπρόθεσμης αναπαραγωγής. Επομένως, υποβιβάζεται ή επιχειρείται ακόμα και η διάλυση κάθε κρατικού κοινωνικού θεσμού που έχει δημιουργηθεί με στόχο την μακροπρόθεσμη αναπαραγωγή. Το κράτος αποσύρεται από τη ρύθμιση της σύγκρουσης κεφαλαίου –εργασίας, παρέχοντας ταυτόχρονα τις εγγυήσεις για την άρση κάθε εργασιακού και κοινωνικού δικαιώματος της δεύτερης, ακόμα και του πιο αυτονόητου.
Το (καπιταλιστικό) Κράτος μετά το 1990 είναι εγγυητής της άμεσης αναπαραγωγής της κυριαρχίας του κεφαλαίου και λιγότερο της μακροχρόνιας αναπαραγωγής του. Ετσι, αρχίζει να υποτιμά τη διασφάλιση της ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας στο εσωτερικό του εθνικού κοινωνικού σχηματισμού και να παραβλέπει τις οικονομικές και πολιτικές εγγυήσεις της κοινωνικής συνοχής. Στην ελληνική περίπτωση η μορφή αυτή του καπιταλιστικού κράτους που αρχίζει να μορφοποιείται περίπου από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και ολοκληρώνεται στις αρχές του 2000, με το σύνολο των «εκσυγχρονιστικών» πολιτικών της περιόδου.
Στη δεκαετία του 1970 ο Ν. Πουλαντζάς είχε χρησιμοποιήσει την έννοια του «αυταρχικού κρατισμού» για να περιγράψει την ιστορική φάση του Κράτους όπου τα παραδοσιακά «αντιπροσωπευτικά» (κοινοβουλευτικά) του στοιχεία υποχωρούσαν, το κέντρο βάρους των αποφάσεων μετατοπιζόταν στην εκτελεστική εξουσία και στις υψηλές κορυφές της δημόσιας διοίκησης που ήταν μη διαπερατές από οποιοδήποτε κοινωνικό, πολιτικό, ή κοινοβουλευτικό έλεγχο, η έννοια του νόμου υποχωρούσε, η «βαθιά διοίκηση» και τα επιτελεία της άρχισαν να επικυριαρχούν στην πολιτική διαδικασία. Στην ίδια κατεύθυνση, και άλλοι θεωρητικοί του κράτους (όπως ο Λουϊτζι Φεραγιόλι και ο Τόνι Νέγκρι στην Ιταλία, ο Γιοχάνες Ανιόλι στη Γερμανία) περιέγραφαν τον τρόπο με τον οποίον το «βαθύ κράτος» αυτονομείται από τον πολιτικό έλεγχο και οι αποφάσεις παρήγοντο σε «εξωθεσμικούς» χώρους μη διαπερατούς από τον πολιτικό και κοινωνικό έλεγχο, δηλαδή την αντιπροσώπευση.
Ωστόσο, η δεκαετία του 1990 θα ανοίξει το δρόμο σε μεγαλύτερους και βαθύτερους μετασχηματισμούς. Στον πυρήνα των αλλαγών αυτών βρίσκεται η πλήρης ανατροπή των σχέσεων μεταξύ πολιτικής και οικονομικής εξουσίας σε βάρος της πρώτης, αλλά και η μεταφορά της ηγεμονίας στο εσωτερικό του συγκροτήματος εξουσίας από το παραδοσιακό βιομηχανικό και εμπορικό κεφάλαιο στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και στη διευρυμένη κυριαρχία του τελευταίου πάνω σε όλες τις μερίδες του κεφαλαίου. Το κέντρο βάρους των μεγαλύτερων και πιο στρατηγικών αποφάσεων μεταφέρεται από την εκτελεστική εξουσία και τη διοίκηση στα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα κάθε χώρας και, σε υπερεθνικό επίπεδο, στα χρηματοπιστωτικά κεφαλαιουχικά κέντρα («αγορές»).
Το γεγονός αυτό επιφέρει ριζικές ανατροπές στη δομή και στον πυρήνα του καπιταλιστικού κράτους. Η δυνατότητα του κεφαλαίου να δημιουργεί υπεραξίες μετακινούμενο και επενδυόμενο ελεύθερα δημιουργεί μια «πρωτότυπη» κατάσταση: το αστικό κράτος, αυτό το «παραδοσιακό» εργαλείο (κατά τον Κ.Μαρξ) της ταξικής κυριαρχίας, το πεδίο οργάνωσης της ηγεμονίας (κατά τον Α.Γκράμσι), αρχίζει να καθίσταται «εμπόδιο» στην απρόσκοπτη χωρίς «ταξικούς συμβιβασμούς» αναπαραγωγή της κυριαρχίας του κεφαλαίου και να υλοποιείται μια επιχείρηση μείωσης του εύρους του, υποβάθμισης των «κοινωνικών αρμοδιοτήτων» του και μια στρατηγική διαδικασία υποχώρησης των νομικών εγγυήσεων και διαμόρφωσης μιας κατάστασης «συνεχών εξαιρέσεων» από το «νόμο» και το Σύνταγμα.
Η ιδεολογική επίθεση των νεοφιλελεύθερων μιλά εδώ και χρόνια για το «μικρότερο» ή το «λιγότερο» κράτος. Πρόκειται ίσως για τον μεγαλύτερο ιδεολογικο-πολιτικό μύθο της τελευταίας εικοσαετίας. Το νεοφιλελεύθερο κράτος δεν είναι ένα «μικρότερο» ή ένα «λιγότερο» κράτος. Δεν είναι επίσης ένα κράτος «λιγότερης» ρύθμισης, αλλά ένα κράτος «ελεγχόμενης» ρύθμισης. Ολη καταρχήν η αναδιάταξη των πολιτικών, οικονομικών και ιδεολογικών σχέσεων υπαγορεύθηκε και διευθετήθηκε από το ίδιο το (εθνικό καπιταλιστικό) Κράτος. Το Κράτος ήταν που απέσυρε οικειοθελώς τους περιορισμούς στη διακίνηση και στη φορολογία των κεφαλαίων, το κράτος ήταν που παραχώρησε εκουσίως τομείς του μονοπωλίου του για να διευκολύνει τη συσσώρευση κεφαλαίου, το κράτος άλλαξε τη νομοθεσία των εργατικών εγγυήσεων για να «διορθώσει» τις στρεβλώσεις, το κράτος αποφάσισε την επαναρύθμιση των σχέσεων μεταξύ μεγάλης – μεσαίας – και μικρής ιδιοκτησίας μέσω της ανακεφαλοποίησης των τραπεζών……..και ο κατάλογος είναι μακρύς. Το κράτος εξακολούθησε και εξακολουθεί να είναι ο οργανωτής και εγγυητής της ταξικής κυριαρχίας και να εκφράζει μέσω της νέας συγκεκριμένης δομής του, ή ακόμα και μέσω των εκούσιων παραχωρήσεων αρμοδιότητας, την αλλαγή της ηγεμονίας στο εσωτερικό του συνασπισμού εξουσίας. Αυτή είναι και η μορφή που πήρε το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος στην ύστερη νεοφιλελεύθερη εποχή, όπως σηματοδοτήθηκε από το 2010 και τη «μνημονιακή περίοδο».
Για να διευκολυνθεί αυτή η ποιοτική αλλαγή στη λειτουργία του Κράτους, για να μπορέσει δηλαδή το κάθε «εθνικό» επιμέρους Κράτους να διαχειριστεί καλύτερα τις πολιτικές πιέσεις των «από κάτω», ή να διαχειριστεί καλύτερα τις συναρθρώσεις συμφερόντων που εμπεριέχουν ισορροπίες που ενδεχομένως περιορίζουν την κυριαρχία ή έστω την ελευθερία κινήσεων του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου (ας σκεφθούμε, π.χ., τις πιέσεις που ασκεί στην Ελλάδα το μικρό και μεσαίο εμπορικό κεφάλαιο που αντιτίθεται στο άνοιγμα των καταστημάτων της Κυριακής) αναδιοργάνωσε εκ βάθρων υπερεθνικούς θεσμούς, όπως τη G8, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, ανέσυρε ένα χρεωκοπημένο πολιτικά μέχρι πριν λίγα χρόνια οργανισμό όπως το ΔΝΤ στον οποίο ξαναέδωσε ρόλο, αναβάθμισε τον χρηματοδοτικό ρόλο της Παγκόσμιας Τράπεζας, ειδικότερα δε στην Ευρώπη ολοκλήρωσε την οικοδόμηση της ΕΕ ως Νομισματικής και όχι ως πολιτικής Ενωσης, «κλείδωσε» τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές με Συνθήκες, Κανονισμούς, Οδηγίες, Ρήτρες επιτήρησης, δηλαδή με ένα ιδιαίτερο κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας του κράτους. Αντικειμενικός στόχος όλης αυτής της διαδικασίας που εξελίχθηκε πολύ πρόσφατα, κατά τη διάρκεια της τελευταίας 15ετίας, υπήρξε η προσπάθεια δημιουργίας χώρων αποφάσεων έξω από τους μηχανισμούς και τους θεσμούς της πολιτικής αντιπροσώπευσης, και κατ’επέκταση έξω και από κάθε μορφής δημοκρατικό έλεγχο.
Μια βασική πλευρά αυτής της αλλαγής είναι η πλήρης υποβάθμιση του ρόλου της κρατικής δημόσιας διοίκησης, συμπεριλαμβανομένου και του ανώτερου τμήματός της, το οποίο στην προηγούμενη ιστορικά περίοδο της (καπιταλιστικής) εξουσίας βρέθηκε σε ιδιαίτερα ισχυρή θέση. Ηδη από τις πρώτες νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στις ΗΠΑ και τη Βρετανία είχε καταβληθεί μια συστηματική πολιτική διαχωρισμού της διοίκησης σε δύο τύπους καθηκόντων και ευθύνης. Σε καθήκοντα σχεδιασμού, πολιτικού ελέγχου και στρατηγικής («responsibility») από τη μία και σε καθήκοντα εκτέλεσης, διαχείρισης ή εφαρμογής («accountability») από την άλλη. Ο διαχωρισμός αυτός αποσκοπούσε στην κατάτμηση της πολιτικής ύλης της δημόσιας διοίκησης και επομένως στην ευκολότερη μεταφορά καθηκόντων στον ιδιωτικό τομέα. Πολιτικές μεταρρύθμισης της δημόσιας διοίκησης προς την παραπάνω κατεύθυνση εφαρμόστηκαν σε όλες σχεδόν τις χώρες, αργότερα δε, στη δεκαετία του ’90, στη λογική αυτή προσχώρησαν και οι «εργατικές – σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις».
Σήμερα, η νομοθετική παραγωγή και οι «ρυθμιστικές» πολιτικές σε μεγάλο βαθμό υποβάλλονται από «εξωτερικούς» ως προς τη διοίκηση παράγοντες, με άξονα συμφέροντα μεγάλων οικονομικών «παικτών». Ο ρόλος της διοίκησης, τόσο στο επίπεδο του σχεδιασμού πολιτικών όσο και στο επίπεδο του ελέγχου της υλοποίησης των πολιτικών ανατίθεται σε εξωτερικούς συμβούλους και εταιρείες. Η παραδοσιακή διοίκηση χάνει το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής της σημασίας και αυτό αποτελεί ήδη μια τεράστια τομή στη δομή των σύγχρονων κρατών. Επιπλέον, η αυτονόμηση των συστημικών κομμάτων από τους «περιορισμούς» της πολιτικής αντιπροσώπευσης συμπληρώνει την παράκαμψη της διοίκησης και της ενοχλητικής «κανονικοποίησης» που επέβαλλε, διευκολύνοντας την απευθείας σχέση πολιτικών κορυφών και οικονομικών παραγόντων. Η υπηρεσιακή διοίκηση υποβαθμίζεται όλο και περισσότερο, και ένα παράλληλο σύστημα από συμβούλους, εμπειρογνώμονες, ειδικευμένες εταιρείες λειτουργεί πέριξ του εκάστοτε υπουργού ή λειτουργού της εκτελεστικής εξουσίας. Ετσι, το ιδιωτικό κεφάλαιο εισέρχεται όλο και περισσότερο στην «πρακτική διακυβέρνηση» μιας χώρας. Ο οικονομικός λόγος της «παραγωγικότητας» του δημόσιου τομέα, του δημοσιονομικού κόστους, της κερδοφορίας των δημοσίων εταιρειών, κλπ γίνεται ηγεμονικός και ανακαθορίζει πλέον συνολικά τις πολιτικές προτεραιότητες του κράτους.
Η τάση αυτή θεσμοποιείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο με τη μετατόπιση ισχύος να εκφράζεται στον συμπαγή ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που αποτελεί το πεδίο συνοχής, τον «κεντρικό ελεγκτικό μηχανισμό» όλων των (εθνικών) οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών. Παράλληλα, η κυριαρχία του χρηματοπιστωπιστωτικού κεφαλαίου θέτει τα απροσπέλαστα όρια στην πολιτική λειτουργία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος (με το πολιτικό σύστημα της Ε.Ε. να κυριαρχείται από τις νομισματικές προτεραιότητες).
Σε εθνικό επίπεδο οι «δεσμευμένες» κεντρικές οικονομικές πολιτικές στην πραγματικότητα οδηγούν σε μια απόλυτη υποταγή των κομμάτων και της εκτελεστικής εξουσίας του κράτους στην οικονομική εξουσία.
Ετσι η γενική μορφή του σύγχρονου αστικού κράτους αλλάζει, περνώντας από τον «αυταρχικό κρατισμό» στη δικτατορία της οικονομικής διακυβέρνησης και κατ’επέκτασιν της οικονομίας πάνω στην πολιτική.
Το κράτος των δύο τελευταίων δεκαετιών –πολύ δε περισσότερο το σημερινό κράτος της τελευταίας περιόδου– δεν είναι το κράτος που χαρακτηρίζεται από την άνοδο της δημόσιας διοίκησης και την υπεροχή της εκτελεστικής εξουσίας. Είναι κάτι περισσότερο ή βαθύτερο, είναι το κράτος που υποτάσσεται στην αγορά, στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και στο χρήμα, το κράτος που ως προς τον ρυθμιστικό του ρόλο απέναντι στις αγορές αυτο-περιορίζεται ασφυκτικά και επομένως αποσύρεται σταδιακά τόσο από τα «παλαιά» του καθήκοντα της έστω και σχετικής κοινωνικής συνοχής όσο και από το ρόλο του ως συνολικού ενοποιητή των αστικών συμφερόντων. Ο ρόλος του υποτάσσεται άμεσα στις ανάγκες μιας ηγεμονεύουσας χρηματοπιστωτικής ελίτ, το ίδιο δε προσλαμβάνει όλο και περισσότερο το χαρακτήρα ενός ευρέος «κατασταλτικού» μηχανισμού που ενδιαφέρεται όλο και λιγότερο για την «απόσπαση της συναίνεσης» και την ηγεμονία και όλο και περισσότερο για τη βίαιη αναδιάρθρωση των παραγωγικών και οικονομικών σχέσεων σε βάρος τόσο των λαϊκών μισθωτών τάξεων όσο και μεγάλων μερίδων του μικρού και μεσαίου κεφαλαίου. Η κυρίαρχη «κατασταλτική» λειτουργία του Κράτους απορρέει από το γεγονός ότι χρειάζεται να χρησιμοποιήσει όλα τα νομικά, οικονομικά και ιδεολογικά μέσα που διαθέτει, ώστε να επιτύχει τη συρρίκνωση ή και τη διάλυση όλων των μορφών και των δικτύων που διαμόρφωσε το κοινωνικό μεταπολεμικό κράτος και το Κράτος Πρόνοιας.
Το σημερινό καπιταλιστικό Κράτος είναι πολύ πιο πίσω από τον «αυταρχικό κρατισμό». Δεν χαρακτηρίζεται από την υπεροχή της εκτελεστικής εξουσίας και της δημόσιας διοίκησης απέναντι στις πολιτικές – αντιπροσωπευτικές μορφές. Χαρακτηρίζεται αντίθετα από την υποταγή τους στο κεφάλαιο, γεγονός που εξηγεί επίσης τη βίαιη επίθεση στο δημόσιο τομέα και στην κρατική διοίκηση που εκτυλίχτηκε και εκτυλίσσεται τα τελευταία χρόνια σε όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού.
Εξηγεί όμως και κάτι σημαντικότερο: η υποχώρηση του «παραδοσιακού» πολιτικού στοιχείου του Κράτους έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχουν λογικές κοινωνικής ενσωμάτωσης και πολιτικής νομιμοποίησης στις ακραίες πολιτικές που εμφανίζονται. Οι ιθύνοντες εμφανίζονται να αδιαφορούν για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες που θα έχει μια απόλυτη και απότομη διόγκωση της φτώχειας και μια απόλυτη μείωση κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων.
Το γεγονός αυτό έχει την ερμηνεία του: το κέντρο που χαράσσει γενική πολιτική οδηγία είναι το (παγκοσμιοποιημένο) κεφάλαιο, το οποίο αδιαφορεί για τις συνθήκες μακροχρόνιας αναπαραγωγής του στον «εθνικό χώρο» και στέκεται μονομερώς στην συγκυριακή αύξηση της κερδοφορίας του. Ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός είναι ο πιλότος: μαζική εργασία χωρίς οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα, υψηλή παραγωγικότητα υπεραξίας, «κατασταλτικό» κράτος που εγγυάται την εργασιακή και κοινωνική πειθαρχία, διακίνηση των κεφαλαίων και των υπεραξιών χωρίς φορολογία, άρα χωρίς πόρους για την κοινωνική συνοχή.
Οι κοινωνικές συνέπειες, κυρίως στις συνθήκες χωρών με κατοχυρωμένα οικονομικά και ατομικά διακαιώματα λαμβάνονται υπ’όψιν παρεπιπτόντως, μέσα σε ένα «μοντέλο απωλειών» στη σχέση κόστους – οφέλους. Ο,τι μπορεί να χαθεί από τις κοινωνικές αντιδράσεις σε μια χώρα μπορεί να αναπληρωθεί από αύξηση της κερδοφορίας σε μιαν άλλη χώρα, όπου οι αντιδράσεις είναι λιγότερο ισχυρές.
Συνοψίζοντας, έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια τρεις μεγάλες ποιοτικές μεταβολές στη δομή του καπιταλιστικού κράτους: α) η απόλυτη κυριαρχία της χρηματοπιστωτικής – τραπεζικής μερίδας στο κυρίαρχο ταξικό συγκρότημα εξουσίας, β) η υποβάθμιση έως κατεδάφιση της κρατικής διοίκησης και γραφειοκρατίας, ως βασικού πυλώνα της εκτελεστικής εξουσίας, γ) η αλλαγή του τύπου αντιπροσώπευσης στο ύστερο καπιταλιστικό κράτος του ακραίου νεοφιλελευθερισμού.
Ας σταθούμε λίγο περισσότερο στην τρίτη αλλαγή. Στην αλλαγή του τύπου αντιπροσώπευσης έχουν συντελέσει κατά σειρά σπουδαιότητας οι εξής παράγοντες: α) η σταδιακή μετατροπή των πολιτικών κομμάτων από φορείς αντιπροσώπευσης συλλογικών κοινωνικών και ταξικών συμφερόντων σε cartel parties. Οργανισμούς δηλαδή που αναζητούν και εξαρτούν όλους τους πόρους τους (ανθρώπινους, προγραμματικούς, οικονομικούς, κλπ) στο κράτος. β) η μετατροπή των συνδικάτων από συλλογικούς φορείς εκπροσώπησης των εργατικών συμφερόντων σε μηχανισμούς ατομικής διαμεσολάβησης. Ολόκληρες κατηγορίες μισθωτών εργαζομένων μένουν πλέον έξω από την συνδικαλιστική αντιπροσώπευση. γ) η παρακμή έως και μαράζωση του Κοινοβουλίου ως θεσμού πρωτογενούς νομοθετικής παραγωγής και ελέγχου. δ) η συγκρότηση ενός διοικητικού συστήματος Ανεξάρτητων Αρχών (κυρίως αυτών που έχουν ως αντικείμενό τους τα ατομικά δικαιώματα), που έχει ως κεντρικό του πυρήνα την έγκληση των πολιτών ως ατόμων και οι οποίες καλούνται να διαχειριστούν «ατομικές» υποθέσεις σε «ατομικό επίπεδο». Η δημοκρατική ρύθμιση θεωρείται ξεπερασμένη από ένα σύστημα «πελατοκεντρικής» λογικής που διέπει την ιδεολογία του νέου δημόσιου μάνατζμεντ.
Οι συνθήκες αυτές συμβάλλουν στο να μεταβάλλεται η πολιτική νομιμοποίηση από δημοκρατική σε ατομικοκεντρική. Από συλλογική μεταβάλλεται σε ατομική.
Στις μεγάλες αυτές ποιοτικές αλλαγές του σύγχρονου κράτους θα πρέπει να προστεθεί ασφαλώς μια τελευταία παράμετρος, η αυταρχική θωράκιση του καθεστώτος, η ένταση της καταστολής, η υποβάθμιση ή αναίρεση δικαιωμάτων, η αναστολή ή υπονόμευση των θεσμών εκείνων που υλοποιούσαν μορφές αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου ή του κοινωνικού προϊόντος (κοινωνική ασφάλιση, θεσμοί υγείας, δημόσια εκπαίδευση, κλπ). Και εν γένει την παραγωγή ενός μόνιμου χαρακτηριστικού, την κανονικοποίηση μιας κατάστασης συνεχούς εξαίρεσης από τις παραδοσιακές συνταγματικές αρχές κατοχύρωσης του κράτους δικαίου και των συλλογικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Πράγματι, σε μια τέτοια γενικευμένη τάση ανατροπής των συσχετισμών της ταξικής πάλης ανάμεσα στο ηγεμονικό συγκρότημα εξουσίας και τις λαϊκές τάξεις το σύγχρονο νεοφιλελεύθερο κράτος είναι αναγκασμένο να έχει συνεχή μέτωπο στην παλαιά «συνταγματική» ή θεσμική νομιμότητα και να παράγει συνεχώς νόμους, νομοθετήματα, εφαρμογές, ερμηνείες και πάσης φύσεως διαδικασίες παράκαμψης της υφιστάμενης παλιάς νομιμότητας.
Διαφέρει από τον τύπο καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, γιατί δεν αναιρεί τυπικές κοινοβουλευτικές ή νομοθετικές λειτουργίες, αλλά κάνει κάτι διαφορετικό: συστηματοποιεί την κατάσταση εξαίρεσης, την κάνει καθημερινότητα. Παράγει νομοθεσίες συνεχών εξαιρέσεων από την επίσημη νομιμότητα, τις οποίες ενδύει ιδεολογικά με το επιχείρημα «της «ανάγκης να σωθεί η χώρα».
Και φτάνουμε στο κρίσιμο ερώτημα: Τι να κάνουμε; Tι πρέπει να κάνουμε; Tι μπορούμε να κάνουμε; Η βασική μου απάντηση είναι να ξεκινήσουμε από το πρωταρχικό. Ας επιστρέψουμε στην πολιτική, στην πολιτική των μαζών. Ας σπάσουμε τον κρίκο αυτής της οικονομικο-πολιτικής και θεσμικής εκτροπής, αρχικά καταλαμβάνοντας το κράτος και τους μηχανισμούς παραγωγής πολιτικής του. Να αρχίσουμε να αναπτύσσουμε έτσι μια μακροχρόνια στρατηγική αντικαπιταλιστικής ανατροπής, που πρέπει να γίνεται μέρα τη μέρα εφικτή και υπόθεση των λαϊκών τάξεων στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, σε όλο τον κόσμο.
Το κείμενο αποτελεί τη βάση της ομιλίας του Χρ. Βερναρδάκη στις 20 Δεκεμβρίου 2014 στο καταληκτικό πάνελ του I’ Συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης, με τίτλο «Το Κράτος στη Γ’Ελληνική Δημοκρατία. Προσεγγίσες, προβληματισμοί, ερμηνείες».
http://rednotebook.gr/2014/12/kapitalistiko-kratos-tis-metapolitefsis-apo-ton-aftarchiko-kratismo-stin-katastasi-exeresis-tou-christoforou-vernardaki/#.VJup6Mghl-J.facebook